0
0
0
s2smodern

Ο πρώτος γύρος των  προεδρικών εκλογών στη Γαλλία είναι ένα σημαντικό πολιτικό γεγονός που μόλις αρχίζει να έχει αντίκτυπο στη γαλλική πολιτική σκηνή και ως εκ τούτου και στην ευρωπαϊκή. Γνωρίζουμε ήδη τα σημαντικότερα αποτελέσματά του, όπως το τέλος του δικομματισμού υπέρ ενός «τετρακομματισμού» του εκλογικού σώματος, την κατάρρευση (ή «πασοκοποίηση») του Σοσιαλιστικού Κόμματος, καθώς και την απόρριψη των πολιτικών κομμάτων που έχουν διαμορφώσει την κομματική και πολιτική ζωή εδώ και δεκαετίες. Γνωρίζουμε ακόμα τη δυναμική ανάκαμψη του κινήματος «Ανυπότακτη Γαλλία», και το ιστορικό εκλογικό αποτέλεσμα του υποψηφίου της ριζοσπαστικής Αριστεράς Jean-Luc Mélenchon, το οποίο όμως στάθηκε ανεπαρκές για να αποτρέψει τη μονομαχία μεταξύ της Άκρας Δεξιάς της Marine Le Pen και του «Ακραίου Κέντρου» του Emmanuel Macron.

Πριν γίνουν γνωστά τα αποτελέσματα του δεύτερου γύρου και πριν ανοίξει η προεκλογική εκστρατεία των βουλευτικών εκλογών, των οποίων το αποτέλεσμα είναι αβέβαιο, θα επισημάνουμε εκ των προτέρων κάποια σημεία που αφορούν άμεσα στην ευρωπαϊκή προοπτική:

  • Ο Jean-Luc Mélenchon έλαβε σχεδόν 20% και πάνω από 7 εκατομμύρια ψήφους, επιτυγχάνοντας ένα ιστορικό υψηλό ποσοστό για υποψήφιο της ριζοσπαστικής Αριστεράς (χωρίς προηγούμενο από το 1969). Κατέλαβε τη 2η θέση στα λαϊκά στρώματα, κερδίζοντας το 24% των εργατών και το 22% των μισθωτών σημειώνοντας πολύ σημαντική αύξηση σε σύγκριση με το 2012 (όταν κατείχε την 4η θέση), ενώ δέχτηκε την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας των ανέργων (31%). Για την Αριστερά, αυτές οι εκλογές σηματοδοτούν την έναρξη της ανάκτησης των κοινωνικών στρωμάτων που πλήττονται περισσότερο από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και μπαίνουν όλο και περισσότερο στον πειρασμό της αποχής ή στρέφουν το βλέμμα τους στην Άκρα Δεξιά. Ο Mélenchon κατάφερε, επίσης, να πείσει ένα μεγάλο κομμάτι του νέου εκλογικού σώματος (ηγείται με ποσοστό 30% στους νέους ηλικίας 18-24 ετών, ενώ κατέχει τη δεύτερη θέση με 24% στα άτομα μεταξύ 24-35 ετών), υστερεί, όμως, στους ηλικιωμένους και τους συνταξιούχους. Από γεωγραφική άποψη, πέτυχε πολύ καλά αποτελέσματα σε περιοχές που ήταν παραδοσιακά αριστερές, στο κέντρο της Γαλλίας, στα δυτικά και νοτιοδυτικά, καθώς και στις αστικές περιφέρειες, όπου το Κομμουνιστικό Κόμμα διατηρεί σημαντική επιρροή. Ταυτόχρονα, βρίσκεται σε προνομιακή θέση υπερτερώντας σε νέες αστικές και μητροπολιτικές περιοχές, γεγονός που τον έφερε στην κορυφή σε 4 από τις 10 μεγαλύτερες πόλεις (Μασσαλία, Τουλούζη, Λιλ, Μονπελιέ).
  • Η Άκρα Δεξιά της Marine Le Pen κατάφερε επίσης ένα ιστορικό ποσοστό (21% ήτοι 7,6 εκατομμύρια ψήφους), αν και μικρότερο από αυτό που της έδιναν οι δημοσκοπήσεις στην αρχή της προεκλογικής εκστρατείας. Ήρθε πρώτη στα λαϊκά στρώματα με ποσοστό 37% μεταξύ των εργατών και 32% μεταξύ των μισθωτών . Το Εθνικό Μέτωπο πέτυχε σημαντικά αποτελέσματα σε πολλές περιοχές, τόσο στις παλιές εγκαταλελειμμένες βιομηχανικές περιοχές όσο και στη Νοτιοανατολική Γαλλία όπου κατέχει σχεδόν ηγεμονική θέση. Η δυναμική της «Ανυπότακτης Γαλλίας» παρ’ όλα αυτά συνέβαλε στη μείωση του ποσοστού του Εθνικού Μετώπου, σε ορισμένες περιοχές κυρίως στα λαϊκά προάστια. Είναι η δεύτερη φορά που η Άκρα Δεξιά φτάνει στο δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, αλλά το πλαίσιο σήμερα είναι πολύ διαφορετικό από εκείνο του 2002, επειδή η παρουσία του αυτή τη φορά ήταν ευρέως αναμενόμενη. Για το λόγο αυτό, η αντιφασιστική κινητοποίηση, ειδικά την Πρωτομαγιά, ήταν σημαντικά μικρότερη, ενώ φαίνεται να εξαπλώνεται η άρνηση της ψήφου υπέρ του Emmanuel Macron ως φραγμού στην εκλογή του Εθνικού Μέτωπου, παρόλο βέβαια που δεν διαφαίνεται καμία πιθανότητα νίκης της Marine Le Pen.
  • Ο Emmanuel Macron, ο υποψήφιος του «Ακραίου Κέντρου», που υποστηρίζεται από το μεγαλύτερο μέρος των εργοδοτών, των θιασωτών του νεοφιλελευθερισμού και των κυρίαρχων συστημικών ΜΜΕ, θα πρέπει να είναι ο επόμενος πρόεδρος, στις 7 Μαΐου. Ο Macron προτείνει τη συνέχεια και την επέκταση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, θέτοντας τη Γαλλία σε αυστηρή επιτήρηση σύμφωνα με τους περιορισμούς του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ωστόσο, η εκλογή του δεν θα γίνει στη βάση της υποστήριξης του προγράμματός του, αλλά λόγω της ήττας της Άκρας Δεξιάς. Σήμερα, είναι σαφές ότι δεν υπάρχει πλειοψηφία στη Γαλλία που να μπορεί να πραγματοποιήσει την πολιτική που υποστηρίζει ο Macron, πράγμα που σημαίνει ότι καμία αντίφαση δεν θα επιλυθεί με την εκλογή του, και ότι θα ανοίξει μια νέα περίοδος πολιτικής αστάθειας, για την οποία οι εκλογές θα είναι απλώς ένα ακόμα βήμα.
  • Στην πραγματικότητα, οι υποψήφιοι που υποστηρίζουν τη ρήξη με τον σύγχρονο προσανατολισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, έλαβαν σχεδόν το 48% των ψήφων (ή και το 54% αν συμπεριλάβουμε τις ψήφους υπέρ του Benoît Hamon, του υποψήφιου του Σοσιαλιστικού Κόμματος που τάχτηκε υπέρ μιας νέας συνθήκης εκδημοκρατισμού της Ευρωζώνης), έναντι 32% το 2012. Φυσικά, η κριτική της Αριστεράς ενάντια στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πολύ διαφορετική από εκείνη της Δεξιάς, τόσο ως προς τις αναλύσεις της όσο και ως προς τους στόχους της, και γι αυτό δεν μπορεί να δοθεί το περίγραμμα μιας νέας πολιτικής πλειοψηφίας. Έτσι, η προοδευτική αύξηση της απόρριψης της ΕΕ αποτελεί ένα σημαντικό γεγονός αυτών των εκλογών, και το Ευρωπαϊκό πρόβλημα αναμένεται να επηρεάσει ακόμα πιο αποφασιστικά τη διάρθρωση του πολιτικού σκηνικού και τις στρατηγικές κατάκτησης της πολιτιστικής και πολιτικής ηγεμονίας.
  • Ο Jean-Luc Mélenchon, υπερασπίστηκε -όσον αφορά στο ευρωπαϊκό ζήτημα- μια στρατηγική που αποκαλείται «Σχέδιο A / Σχέδιο Β», δηλαδή μία έξοδο από τις τρέχουσες συνθήκες της ΕΕ που θα επιτευχθεί είτε με την επανίδρυση της Ε.Ε. στη βάση νέων συνθηκών (Σχέδιο Α) είτε, εάν οι διαπραγματεύσεις αποτύχουν, με την έξοδο από την Ε.Ε. και την ΟΝΕ (Σχέδιο B), ενώ ταυτόχρονα θα δρομολογηθούν νέες συνεργασίες μεταξύ των χωρών που θα το επιθυμούν. Αυτή η στρατηγική δέχτηκε βάναυση κριτική από τα ΜΜΕ, το Κέντρο και τη Δεξιά, όπως επίσης, στο τέλος της προεκλογικής εκστρατείας, από τον υποψήφιο του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Χρησιμοποιήθηκαν τα ίδια επιχειρήματα -όπως στο δημοψήφισμα του 2005 για την Ευρωπαϊκή Συνταγματική Συνθήκη- που προσπαθούσαν να διακωμωδήσουν τη θέση αυτή ως αντι-ευρωπαϊκή, εθνικιστική και σοβινιστική, και επιπλέον διατείνονταν ότι προαναγγέλλει μια οικονομική καταστροφή και την επιστροφή των στρατιωτικών συγκρούσεων στην Ευρώπη. Όμως, η αυξανόμενη απόρριψη των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που υποστηρίζονται από την Ε.Ε. -η οποία αρθρώθηκε στη Γαλλία, για παράδειγμα, με το κοινωνικό κίνημα ενάντια στο «νόμο El Khomri» και τη νεοφιλελεύθερη μεταρρύθμιση της εργατικής νομοθεσίας το 2016- και η απαξίωση της επίσημων ΜΜΕ και των παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων, έχουν περιορίσει την εμβέλεια αυτών των βίαιων επιθέσεων, περισσότερο από ό, τι το 2005. Παράλληλα, οι προσπάθειες εκλαΐκευσης τόσο από τον υποψήφιο όσο και από τις ομάδες υποστήριξης της «Ανυπότακτης Γαλλίας» επέτρεψαν στη στρατηγική «Σχέδιο Α / Σχέδιο Β» να γίνει κατανοητή σε μαζική κλίμακα. Επιπλέον, αυτή η πρόθεση ρήξης δεν εμπόδισε τη σημαντική μετατόπιση ψηφοφόρων που παραδοσιακά ανήκαν στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, του οποίου η πρόσδεση με το ευρωπαϊκό εγχείρημα είναι σημαντική. Η εκστρατεία του Jean-Luc Mélenchon συνέβαλε στην προώθηση της ιδέας ότι μια βαθιά ρήξη με το σημερινό πλαίσιο της Ε.Ε. είναι απαραίτητη όχι μόνο για να βγούμε από τις πολιτικές λιτότητας, αλλά και για να διασωθεί το ευρωπαϊκό όραμα.

Μετά την Ελλάδα, την Ιταλία και την Ισπανία, είναι λοιπόν η Γαλλία, ως χώρα του πυρήνα της ΕΕ, η οποία εισέρχεται σε μείζονα και μακράς διαρκείας πολιτική κρίση. Προς το παρόν, καμία πολιτική δύναμη δεν διαθέτει εξ ορισμού την επαρκή στήριξη για να κυβερνήσει μόνη της. Ακριβώς όπως και σε άλλες χώρες, η στρατηγική της άρχουσας τάξης στη Γαλλία είναι σήμερα η στρατηγική του «Ακραίου Κέντρου». Ως εκ τούτου, η άνοδος της αντίστασης ενάντια στις πολιτικές λιτότητας βρίσκει απέναντί της μια μορφή ριζοσπαστικοποίησης των υποστηρικτών του νεοφιλελεύθερου προτάγματος στην Ευρώπη.

Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις, το επίτευγμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς αποτελεί ένα σημαντικό μοχλό στήριξης, δεδομένου ότι θεμελιώθηκε επάνω σε βάσεις ριζικά επικριτικές προς την Ε.Ε. Η πρόκληση τώρα είναι να συνεχίσουμε τη διάδοση και εκλαΐκευση της στρατηγικής «Σχέδιο Α / Σχέδιο Β», δίνοντάς της ένα χαρακτήρα πιο συγκεκριμένο και ακριβή, τόσο στη Γαλλία όσο και διεθνώς.

Αν η Αριστερά επιμένει και συνεχίσει την πορεία ανοιχτής ρήξης με τον νεοφιλελευθερισμό, την ανυπακοή με τις συνθήκες, την οικοδόμηση μιας διεθνιστικής και προοδευτικής εναλλακτικής λύσης για Ε.Ε. και την Ευρωζώνη θα μπορέσει στις επόμενες εκλογές, να περάσει την Άκρα Δεξιά και να βγει από το διπλό αδιέξοδο δίλημμα «Άκρα Δεξιά» ή «Ακραίο Κέντρο». Αυτή είναι η πρόκληση που αντιμετωπίζει η γαλλική Αριστερά, αλλά και η Αριστερά άλλων ευρωπαϊκών χωρών όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία, που έχουν μπροστά τους εκλογές σημαντικού πολιτικού ενδιαφέροντος.