0
0
0
s2smodern

Τις τελευταίες ημέρες έχει επανέλθει στο προσκήνιο η συζήτηση σχετικά με το σχέδιο που φέρεται να κατέστρωσε μια ομάδα συμβούλων υπό τον πρώην υπουργό οικονομικών Γ. Βαρουφάκη, το καλοκαίρι του 2015 και αφορούσε την πιθανότητα αναγκαστικής μετάβασης σε νόμισμα διαφορετικό του Ευρώ. Από το βιβλίο του Γκάλμπρειθ και τις δηλώσεις Γκάλμπρειθ και Βαρουφάκη προκύπτει ότι το εν λόγω σχέδιο αφορούσε πλευρές της βραχυπρόθεσμης διαχείρισης της μετάβασης από το ευρώ σε άλλο νόμισμα. Προκύπτει επίσης ότι επρόκειτο για αμιγώς αμυντική κίνηση απέναντι σε μια πλήρη ασφυξία που θα επιβαλλόταν- όπως και έγινε- από την ηγεσία της Ευρωζώνης και την ΕΚΤ στην ελληνική οικονομία.

Το υποτιθέμενο «σχέδιο» δεν έχει βέβαια κοινοποιηθεί, αλλά ήδη μπορούν να προβληθούν συγκεκριμένες ενστάσεις, έως και κατηγορίες, σε όσα έχουν δηλωθεί. 

Πρώτον, σχέδιο εξόδου θα έπρεπε να έχει καταστρωθεί πολύ πριν, ήδη από το 2012, οπότε και ο ΣΥΡΙΖΑ έβλεπε ότι βάδιζε προς την κυβέρνηση όπως και ότι η ευρωζώνη δε θα δεχόταν την παραμικρή απόκλιση από το μνημονιακό πλαίσιο.

Δεύτερον, θα έπρεπε να είναι ολοκληρωμένο, δηλαδή να προβλέπει συνολικά τη βραχυπρόθεσμη διαχείριση της μετάβασης, αλλά και τους διαρθρωτικούς μετασχηματισμούς σε μεσοπρόθεσμη κλίμακα - ενδεικτικά, βιομηχανική πολιτική, πολιτική ενέργειας, υπηρεσίες, υγεία, παιδεία, εργασία, εξωτερική πολιτική, δηλαδή τις μεγάλες προοδευτικές αλλαγές που απαιτούνται προκειμένου η μετάβαση σε εθνικό νόμισμα να λειτουργήσει υπέρ των λαϊκών στρωμάτων. 

Τρίτον, θα όφειλε να είναι σχέδιο δημόσιο στα κύρια σημεία του και νομιμοποιημένο από ένα λαό ενημερωμένο και έτοιμο να συγκρουστεί όχι μόνο με την Ευρωζώνη, αλλά και με τις εγχώριες ελίτ που κερδοσκοπούν εις βάρος του ελληνικού λαού, πριν και εν μέσω κρίσης, εν πολλοίς χάρη και στη συμμετοχή της χώρας στην Ευρωζώνη.

Τέταρτον, θα έπρεπε το ολοκληρωμένο σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης και μετασχηματισμού που αναγκαστικά περνάει μέσα από την έξοδο από την Ευρωζώνη να αποτελεί το σχέδιο Α μιας αριστερής κυβέρνησης και όχι το σχέδιο “Χ”. 

Παρόλα αυτά, η ελληνική πολιτική ελίτ, είτε προσπαθεί να αρνηθεί την ύπαρξη των σχεδιασμών Γκάλμπρειθ-Βαρουφάκη -βλ. κυβέρνηση Τσίπρα- είτε ενοχοποιεί την ύπαρξη οποιουδήποτε σχεδίου, έστω αμυντικού, που θα επιχειρούσε να αντιμετωπίσει το οφθαλμοφανές, δηλαδή την ασφυξία της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας εντός του πλαισίου των μνημονίων, τα οποία και έχουν καταστεί αναγκαία συνθήκη παραμονής στην ευρωζώνη. Την ίδια στιγμή μάλιστα κατά την οποία είναι γνωστό ότι τέτοια σχέδια έχουν καταστρωθεί εδώ και χρόνια σχεδόν σε όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Δεν πρόκειται απλά για απίστευτο δείγμα πολιτικής καθυστέρησης και εξάρτησης. Είναι και η εν τοις πράγμασι εγκατάλειψη ενός ολόκληρου λαού από την ευρύτερη πολιτική, κοινοβουλευτική, ηγεσία του στις διαθέσεις και στα σχέδια ξένων κυβερνήσεων και κρατών. Εκείνοι που εγκαλούν την πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επειδή υποτίθεται ότι κακώς σχεδίαζε ορισμένες αμυντικές και ελλιπείς κινήσεις σε σχέση με την Ευρωζώνη υπερασπίζονται τα συμφέροντα των ξένων κρατών και κυβερνήσεων εις βάρος του ελληνικού λαού. Στην πράξη διασφαλίζουν ότι οι ξένοι θα βρίσκονται και από πλευράς σχεδιασμού, πάντα σε θέση ισχύος ως προς τη χώρα μας. 

Η δε παρούσα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η οποία μέσα από μια χοντροκομμένη προπαγάνδα επιχειρεί να ταυτίσει την ύπαρξη εναλλακτικού σχεδίου για έξοδο από την ΟΝΕ με την υπεράσπιση του πρώτου και δευτέρου μνημονίου, προσχωρεί ακριβώς στην πλευρά της αντιπολίτευσης και όσων δυνάμεων θέλουν να διατηρήσουν τον ελληνικό λαό σε μόνιμη θέση αδυναμίας προς όφελος του Βερολίνου, των Βρυξελλών και του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.

Το συμπέρασμα είναι απλό. Αντιθέτως προς τις κατηγορίες των πολιτικών και μιντιακών ελίτ, η χώρα χρειάζεται ολοκληρωμένο σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης και κοινωνικού μετασχηματισμού που περνά απαραιτήτως και από την έξοδο από την Ευρωζώνη. Αυτό οφείλει να είναι το σχέδιο Α μιας προοδευτικής κυβέρνησης.