0
0
0
s2smodern

Η παγκοσμιοποίηση έχει “κολλήσει”. Από το 2008, όπως υπέδειξε ο κύριος σχολιαστής οικονομικών θεμάτων των Financial Times, Martin Wolf, παρατηρείται μια πραγματική στασιμότητα στο διεθνές εμπόριο. Τα οφέλη της αυξημένης ολοκλήρωσης του εμπορίου μέσω της μείωσης των τιμών γίνονται όλο και μικρότερα –το ένα τρίτο του 1% του ΑΕΠ εδώ και δέκα χρόνια παγκοσμίως. Επιπλέον, απόντων των θεσμών που θα μπορούσαν να διανείμουν την αυξημένη απόδοση αυτής της ολοκλήρωσης -σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο- δεν υπάρχει καμία λογική λύση της τρέχουσας κρίσης σε παγκόσμιο επίπεδο, η οποία να μπορεί να επιτευχθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα.

Από τα μέσα του εικοστού αιώνα η Ευρώπη βλέπει την οικονομία της να εξατμίζεται. Αν εξετάσουμε τη Γαλλία και τη Γερμανία, τις ατμομηχανές της ευρωπαϊκής οικονομίας, βλέπουμε ότι από το 1951 ως το 1973 η αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ πλησίασε το 4,5%, ενώ από το 1973 ως το 1994 αυξήθηκε μόλις 1,8%, και μετά το 1995 ως και τις αρχές της κρίσης του 2008 η αύξηση ήταν ακόμα χαμηλότερη. Το παρακάτω γράφημα δείχνει την άνοδο και την πτώση της καπιταλιστικής συσσώρευσης κατά το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα.

Εξέλιξη της οικονομικής ανάπτυξης. Ετήσια διακύμανση (%) του κατά κεφαλήν ΑΕΠ (1950-2010)

 

Πηγή: The Maddison-Project

Διεξάγεται μια δημόσια συζήτηση σχετικά με τα αίτια που οδήγησαν από την «Χρυσή Εποχή» (1950-1973) στην «Μεγάλη Πτώση» (1973-2008). Σήμερα μπορούμε να επαληθεύσουμε ορισμένους σημαντικούς παράγοντες, που επέφεραν αυτή την ιστορική μεταστροφή. Πρώτον, σημειώθηκε μια θεωρητική και ιδεολογική μεταστροφή όσον αφορά την οικονομική πολιτική, με την απομάκρυνση από τη χρήση μακροοικονομικών εργαλείων για την ενίσχυση της κρατικής ανάπτυξης και της πλήρους απασχόλησης προς μια νέα κατεύθυνση στη βάση του ελέγχου του πληθωρισμού και της νομισματικής και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας μέσω της δημοσιονομικής πειθαρχίας, τον περιορισμό των μισθών και τον έλεγχο της προσφοράς χρήματος.

Αυτή η νέα θεωρητική προοπτική, η οποία επικεντρώθηκε στην νομισματική σταθερότητα, έγινε ιδιαίτερα αισθητή στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν εγκαταλείφθηκε το σύστημα του Bretton Woods και η σταθερότητα του δολαρίου και των ευρωπαϊκών νομισμάτων εξαρτώταν πια από την ικανότητά τους να βρίσκονται διαρκώς σε νομισματική και εμπορική ισορροπία, έρμαια στον ανταγωνισμό της νομισματικής υποτίμησης και της υποτίμησης της εργασίας.

Στο επίκεντρο αυτού του φαινομένου, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέπτυξαν και διεύρυναν τις χρηματοπιστωτικές αγορές τους, προσελκύοντας κεφάλαια που δεν αποσκοπούσαν στην ενίσχυση της παραγωγικότητας, αλλά δημιούργησαν αντιθέτως οικονομικές φούσκες σε διάφορους τομείς της οικονομίας και σε άλλα μέρη του κόσμου. Η πολύτιμη σταθερότητα χρειαζόταν μια ιδεολογία για να την υποστηρίξει. Γι’ αυτό τον σκοπό γεννήθηκε, στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα, ο νεοφιλελευθερισμός, ο οποίος προώθησε τις δήθεν αρετές της ευελιξίας στην εργασία και του περιορισμού των μισθών, πρόκρινε την μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα των αγορών σε σχέση με τη δημόσια παροχή βασικών υπηρεσιών, αποδοκίμασε τη διαχείριση της οικονομίας από πολιτικούς εκλεγμένους με δημοκρατικές διαδικασίες και συνηγόρησε υπέρ  της μείωσης της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία και της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών. Όλα αυτά ήταν απαραίτητα για να δικαιολογηθεί μια σειρά μεταρρυθμίσεων που αποδυνάμωσαν την εργασία και αποσταθεροποίησαν τις δομές των οικονομιών.

Οι συνέπειες της εισόδου στην Ευρωπαϊκή αγορά για την Ισπανία και την Καταλονία

Η αρχιτεκτονική του ευρώ και η εναρμόνιση των διατιμήσεων επέβαλαν σημαντικά όρια σε κάθε δημόσιο οργανισμό του Ισπανικού Κράτους που επιθυμούσε να κάνει αλλαγές στο παραγωγικό μοντέλο. Τα στενά περιθώρια ανάγκασαν κάθε δημόσιο οργανισμό να προχωρήσει σε επανεκβιομηχάνιση, χωρίς ταυτόχρονη χάραξη δημόσιας πολιτικής και χωρίς καμία σχέση με το κράτος, εναποθέτοντας όλες τις ελπίδες στην απόδοση των ιδιωτικών κεφαλαίων.

Μόνο μετά την άφιξη της δεκαετίας του ‘80, με την έναρξη του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος (1979) και την υπογραφή της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης (1986), η Ισπανία πήρε το δρόμο της ολοκλήρωσης. Η ολοκλήρωση σχεδιάστηκε ως απάντηση στις δυσκολίες που παρουσιάστηκαν καθώς η μεταπολεμική οικονομική τάξη πραγμάτων έφτανε στο τέλος της: πρώτα, επιχειρήθηκε η εμβάθυνση της εμπορικής ολοκλήρωσης –τόσο εντός όσο και εκτός Ευρώπης– προκειμένου η χώρα να επιστρέψει στο δρόμο της μακροοικονομικής σύγκλισης με τις Ηνωμένες Πολιτείες και, έπειτα, επιχειρήθηκε η καθιέρωση της Δυτικής Ευρώπης ως ένα ενιαίο μπλοκ ενόψει της κρίσης του ανατολικού μπλοκ. Αυτές οι δύο διαδρομές επιταχύνθηκαν από ένα ιστορικό γεγονός που άλλαξε την διεθνή πολιτική: την πτώση του Τείχους του Βερολίνου στις 9 Νοεμβρίου 1989. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε ένα ιστορικό ορόσημο όσον αφορά δύο κομβικά ζητήματα: πρώτον, πώς θα ενσωματώνονταν η Ανατολική Ευρώπη στην Ατλαντική Συμμαχία και δεύτερον, πώς θα περιορίζονταν η υπέρμετρη γερμανική οικονομική ισχύς στην περίπτωση μιας υποθετικής επανένωσης. Το δεύτερο αυτό ζήτημα αποδείχτηκε ένας από τους λόγους που οδήγησαν στη Συνθήκη του Μάαστριχτ και τη δημιουργία του ευρώ.

Η ιστορία της Ισπανίας δεν είναι άσχετη με τις εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών. Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο σημαντικότερες οικονομικές τομές στην ιστορία της χώρας είναι στενά συνδεδεμένες με την Ευρώπη: η είσοδος της Ισπανίας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) το 1986 και η έναρξη της κυκλοφορίας του ευρώ το 2002. Όπως σημειώνει και ο Τσαρλς Πάουελ (Ο μακρύς δρόμος προς την Ευρώπη: Η Ισπανία και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, 1957-1986), από την περίοδο της μεταρρύθμισης που ξεκίνησε το 1959 οι Ισπανικές αρχές τήρησαν σε γενικές γραμμές συναινετική στάση απέναντι στο Ευρωπαϊκό εγχείρημα. Ως ένα βαθμό, υπήρξε μια συμφωνία σε πραγματιστική βάση μεταξύ της Δημοκρατικής Αντιπολίτευσης, η οποία επιθυμούσε την ένταξη στο Ευρωπαϊκό εγχείρημα ως μέσο διαφύλαξης των δημοκρατικών και κοινωνικών αρχών, και των επιχειρηματικών κύκλων –εντός και πέριξ της διοίκησης του Φράνκο– που έβλεπαν το Ευρωπαϊκό εγχείρημα ως μέσο επιτάχυνσης της εκδυτικοποίησης της ισπανικής οικονομίας. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει η ομόφωνη συναίνεση που επήλθε με το επίσημο αίτημα για ένταξη στην ΕΟΚ το 1977.

Παραμένει έντονη η δημόσια συζήτηση σχετικά με το αν οι αυταπάτες που προέβαλλαν στην Ευρώπαϊκή ιδέα οι Καταλανοί και οι Ισπανοί προοδευτικοί είχαν να κάνουν με τις ιδρυτικές αξίες του Ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Αυτό που είναι ξεκάθαρο, ωστόσο, είναι ότι οι προσδοκίες των προοδευτικών δεν είχαν πλέον καμία σχέση με την Ευρώπη στην οποία προσχώρησε η Ισπανία το 1986. Η διαδικασία δασμολογικής εναρμόνισης, που πραγματοποιήθηκε στην επταετία που ακολούθησε, άφησε τις επιχειρήσεις απροστάτευτες απέναντι στον διεθνή ανταγωνισμό, οδηγώντας την Ισπανική οικονομία σε ταχεία αποβιομηχάνιση και διαρκώς αυξανόμενες ανισορροπίες στο εμπόριο. Αυτές οι ανισορροπίες δημιουργήθηκαν, αφενός, από την εγκατάλειψη του εξαγωγικού τομέα στην τύχη του (μολονότι η Προτιμησιακή Δασμολογική Συμφωνία του 1970 διευκόλυνε τις εξαγωγές όπως και η ΕΟΚ, η είσοδος στην ΕΟΚ ανάγκασε τον δημόσιο τομέα να αποσύρει τη στήριξη στον τομέα των εξαγωγών μέσω επιδοτήσεων), και αφετέρου, από τη σταδιακή μείωση των περιθωρίων ελιγμών της νομισματικής πολιτικής από την Κεντρική Τράπεζα της Ισπανίας, η οποία προκάλεσε απώλεια της ανταγωνιστικότητας της ισπανικής οικονομίας. Αυτό οδήγησε σε αύξηση της εγχώριας ζήτησης (δεδομένης της σταθερής εισροής εξωτερικών κεφαλαίων που ενθαρρύνθηκε από τη σταθεροποίηση της πεσέτας, αρχικά με το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα και αργότερα με το ευρώ), εξωστρέφεια και «εκσυγχρονιστικές» μεταρρυθμίσεις.

Εξωτερικό εμπόριο. Ισπανία. Δείκτης (1950 = 100)

 

Πηγή:  ‘Historia económica de la España contemporánea (1789-2009)’. Xavier Tafunell και Albert Carreras. Annex estadístic.

Το ευρώ ήταν ίσως η πιο λανθασμένη πολιτική απόφαση της πρόσφατης ιστορίας. Το ενιαίο νόμισμα δημιούργησε ένα παράλογο σύστημα κινήτρων, υπερτροφοδοτώντας την εγχώρια αγορά και υπονομεύοντας παράλληλα την παραγωγική προσφορά. Η εκχώρηση της νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής έχει καταργήσει όλα τα εργαλεία για την αντιμετώπιση της απώλειας ανταγωνιστικότητας σε σχέση με τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, με εξαίρεση την περικοπή των μισθών, η οποία τίθεται σήμερα σε εφαρμογή και σηματοδοτεί μια σχεδόν οριστική επίθεση στο κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου που επιτεύχθηκε στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Με λίγα λόγια, το ευρώ ήταν ένας τρόπος για τις κυβερνήσεις των χωρών της περιφέρειας να αγνοήσουν προσωρινά τα όποια προβλήματα, ελπίζοντας ότι θα λυθούν από μόνα τους. Απέτρεψε την επίλυση των διαρθρωτικών τους προβλημάτων μέσω της μοναδικής ευκαιρίας να λάβουν χρηματοδότηση με πολύ χαμηλό κόστος και παράλληλα επέτρεψε την κάλυψη των νεοφιλελεύθερων πολιτικών υπό το πρόσχημα της κοινοτικής εντολής.

Το μικρό ή ανύπαρκτο περιθώριο για εθνική οικονομική πολιτική οδήγησε σε παράδοξες καταστάσεις. Για παράδειγμα, σε μία από τις χώρες με την υψηλότερη ανεργία στην Ευρωζώνη, ο βαθμός αξιοποίησης της παραγωγικής ικανότητας της βιομηχανίας είναι χαμηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 28. Με άλλα λόγια, υπάρχουν διαθέσιμες θέσεις εργασίας και ανενεργό εργατικό δυναμικό, αλλά δεν υπάρχει δυνατότητα αύξησης του βαθμού αξιοποίησης της παραγωγικής ικανότητας και αυτό δημιουργεί στασιμότητα στο ΑΕΠ και περιττή ανεργία.

Βαθμός αξιοποίησης της βιομηχανικής παραγωγικής ικανότητας (%)

 

Πηγή: Eurostat and Idescat (Καταλανική Στατιστική Υπηρεσία)

Στην Καταλονία, χωρίς εμπορική, νομισματική ή συναλλαγματική πολιτική και με την υποχρέωση διατήρησης ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, είναι δύσκολο να εντοπίσουμε το οικονομικό περιθώριο που θα μπορούσε να επιτρέψει την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, το οποίο άγεται και φέρεται εδώ και δεκαετίες. Ωστόσο, τα κυμαινόμενα νομίσματα και το ελεύθερο εμπόριο από μόνα τους δεν εγγυώνται οφέλη. Η επιστροφή σε έναν επιλεκτικό προστατευτισμό των τομέων που θεωρούνται «κλειδιά» για το νέο παραγωγικό μοντέλο, καθώς και τα προστατευτικά μέτρα που αφορούν τις διεθνείς οικονομικές πιέσεις, όπως οι έλεγχοι κεφαλαίων, είναι τα μέτρα που θα πρέπει να προκρίνουμε εάν επιθυμούμε να αντιπαλέψουμε αποτελεσματικά τις διεθνείς πιέσεις για την επιβολή της νεοφιλελεύθερης ατζέντας.

Το 2007 το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Ισπανίας -δείκτης για το αν μία χώρα έχει δαπανήσει περισσότερο ή λιγότερο συγκριτικά με τα εθνικό εισοδημα- σημείωσε έλλειμμα 10%, ένα από τα μεγαλύτερα στον ΟΟΣΑ. Αυτό σηματοδότησε το τέλος ενός δρόμου οικονομικής ανάπτυξης. Από τότε τέθηκαν σε εφαρμογή στην Ισπανία και σε άλλες δυτικές οικονομίες μια σειρά από πολιτικές για τη διάσωση των τραπεζών, ενώ παράλληλα επιχειρήθηκε και μία ήπια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική.

Μετά τη σταθεροποίηση των τραπεζικών συστημάτων, το αφήγημα ξαφνικά άλλαξε. Η παράνομη διόγκωση του Ελληνικού δημοσίου ελλείμματος στα τέλη του 2009 χρησιμοποιήθηκε από τις ελίτ ως δικαιολογία για την επίθεση σε κυβερνήσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη με την κατηγορία της έλλειψης δημοσιονομικής ακεραιότητας. Το νέο αφήγημα έριξε το φταίξιμο για την κρίση στις δημόσιες δαπάνες και το δημόσιο χρέος, στοχεύοντας κατά συνέπεια στη μείωση του κοινωνικού κράτους. Στη βάση αυτού του νέου αφηγήματος, από τον Μάιο του 2010 επιβλήθηκε λιτότητα σε ολόκληρη την Ευρώπη κατόπιν ισχυρών συστάσεων των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων.

Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (% PIB)

 

Πηγή:  ‘Historia económica de la España contemporánea (1789-2009)’. Xavier Tafunell και Albert Carreras. Annex estadístic.

Όσον αφορά την εξέλιξη της κρίσης της Ευρωζώνης, κατά τη διατύπωση του Barry Eichengreen, τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα ακολούθησαν μια στρατηγική «στάσης-επανεκκίνησης» (stop-and-go). Η στρατηγική αυτή συνίσταται στην εφαρμογή ειδικών νομισματικών πολιτικών (π.χ. SMP, LTRO, OMT και APP) για την προστασία των τραπεζών παρέχοντας ρευστότητα στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα (το οποίο είναι τεχνικά αφερέγγυο και αδυνατεί να λειτουργήσει χωρίς ενίσχυση), και σε μικρότερο βαθμό στα κράτη (μειώνοντας τα επιτόκια του δημοσίου χρέους των κρατών-μελών, τα οποία δεν θα ήταν σε θέση να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις τους χωρίς τις μαζικές αγορές ομολόγων από την ΕΚΤ) για την προστασία της ακεραιότητας της Ευρωζώνης. Η προστασία είναι αρκετή για να κρατήσει τα κράτη εντός της Ευρωζώνης μεσοπρόθεσμα, αλλά όχι για να εξαλείψει την απειλή της αποβολής που χρησιμοποιούν τα κυρίαρχα κράτη για να επιβάλλουν την αποπληρωμή του χρέους, πολιτικές λιτότητας και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Από το 2010 οι κυβερνήσεις των χωρών της Ευρωζώνης αντιμετωπίζουν το διαρκές δίλημμα: να αναλάβουν το οικονομικό και πολιτικό κόστος της εξόδου από την Ευρωζώνη ή να αποδεχθούν την επιβολή προγραμμάτων προσαρμογής και λιτότητας;

Σε περίπτωση διάλυσης της νομισματικής ένωσης, η πιθανότατη ανατίμηση της νομισματικής ισοτιμίας σε χώρες με εξωτερικά πλεονάσματα και η υποτίμησή της σε χώρες με εξωτερικά ελλείμματα θα είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια ανταγωνιστικότητας στις πλουσιότερες χώρες και το αντίθετο στις υπόλοιπες. Σύμφωνα με τους Sébastien Villemot και Cédric Durand  ("Balance sheets After the EMU: An assessment of the redenomination risk", 2016), δεν θα ήταν αμφίβολες ούτε οι προσαρμογές αυτές ούτε και η πιθανή μετατροπή των χρεών στο νέο νόμισμα, η οποία θα άνοιγε νέες δυνατότητες στην άσκηση οικονομικής πολιτικής. Μετά την ελληνική καταστροφή, η Αριστερά θα πρέπει να αντιμετωπίσει με απόλυτη σαφήνεια τη συζήτηση για το πώς μπορεί να επιτευχθεί η δημοκρατική εφαρμογή ενός οικονομικού προγράμματος ικανού να λύσει τα τρέχοντα προβλήματα.

Ποιες είναι οι πιθανές στρατηγικές για το μέλλον;

Υπάρχουν μόνο δύο πιθανές στρατηγικές:

Η πρώτη είναι ο περιορισμός των επιδιώξεων των χωρών της κεντρικής Ευρώπης για οικονομική ανταγωνιστικότητα. Αυτό θα προέκυπτε μόνο αν η Γερμανία εγκατέλειπε το νεομερκαντιλιστικό μοντέλο, το οποίο αποτελεί το στήριγμα για τη γεωπολιτική θέση της στον κόσμο, και υιοθετούσε πληθωριστικές πολιτικές που θα μείωναν τη δική της οικονομική και πολιτική εξουσία -κάτι για το οποίο η Γερμανία έχει πολύ λίγα κίνητρα. Αυτό το απίθανο σενάριο θα μπορούσε να συνοδεύεται -ή και όχι- από την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η δική μας άποψη είναι ότι η σημερινή δυναμική στην Ευρωζώνη δεν εγγυάται ότι μια τέτοια εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωση θα ήταν υπέρ της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Η δεύτερη στρατηγική -πολύ πιο δημοκρατική και με βαθύτερες κυριαρχικές επιδιώξεις- θα σήμαινε την ανάκτηση από μέρους των χωρών της Ευρωζώνης των (νομισματικών, συναλλαγματικών και εμπορικών) κυριαρχικών τους δικαιωμάτων, που θα τους επιτρέψουν να εφαρμόσουν πολιτικές που θα αντιμετωπίσουν τα προβλήματα οικονομικής ανάπτυξης που πλήττουν τόσο σοβαρά την Ισπανική και την Καταλανική κοινωνία με την μορφή της ανεργίας και της ανισότητας.

Μετάφραση: Γεωργία Βαλωμένου

Επιμέλεια: Εβίτα Νόλκα