0
0
0
s2smodern

Από το 2010 η Κομισιόν, το ΔΝΤ και η ελληνική και ευρωπαϊκή οικονομική και πολιτική ελίτ με τη θεωρητική υποστήριξη των νεοφιλελεύθερων ιδεολόγων έχουν επιβάλει μια σκληρή εσωτερική υποτίμηση στην ελληνική οικονομία η οποία έχει προκαλέσει την κατάρρευση της, μια κατάρρευση που δεν έχει ξαναγίνει στην Ευρώπη από τον  Β ' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτή η  μισάνθρωπη λιτότητα επιβάλει περικοπές μισθών και συντάξεων, αυξήσεις στη φορολογία, και απόλυτη χαλάρωση όλων των συλλογικών συμβάσεων, απολύσεις εργαζομένων στο δημόσιο τομέα και σοβαρές περικοπές στη χρηματοδότηση του ήδη υποχρηματοδοτούμενου συστήματος υγείας.

Αυτή η ατζέντα της εσωτερικής υποτίμησης συμπληρώνεται με ένα πρόγραμμα πώλησης δημόσιας περιουσίας μέσω προγραμμάτων ιδιωτικοποίησης. Το νεοφιλελεύθερο δόγμα υποστηρίζει ότι αυτή η «διαρθρωτική μεταρρύθμιση» στοχεύει στην «μείωση του κρατικού ελλείμματος και χρέους» και στην αύξηση της «ανταγωνιστικότητας» της ελληνικής οικονομίας. Ο Όργουελ θα είχε εντυπωσιαστεί από αυτήν την άσκηση διγλωσσίας.

Κλασικοί στοχαστές όπως ο Άνταμ Σμιθ και ο Τζον Στιούαρτ Μιλλ θεωρούσαν τα κρατικά περιουσιακά στοιχεία, όπως τα λιμάνια, το νερό, οι διώρυγες, οι σιδηρόδρομοι, τα νοσοκομεία και τα Πανεπιστήμια, ως οντότητες, οι οποίες δεν θα πρέπει να λειτουργούν κερδοσκοπικά αλλά να συνιστούν μία  υποδομή στη χώρα που θα παρέχει ένα σταθερό και χαμηλού κόστους περιβάλλον για όλους τους πολίτες και τον επιχειρηματικό κόσμο, εντός του οποίου θα μπορούν να επιδιώκουν τους στόχους τους. Οι δημόσιες επενδύσεις και η δημόσια ιδιοκτησία θεωρούνται από τους κλασικούς στοχαστές ως ένας τρόπος ελαχιστοποίησης του διαθρωτικού κόστους της οικονομίας και παράλληλα προστασίας των πολιτών και των επιχειρήσεων από την προσοδοθηρία και κερδοσκοπία  που επιδιώκουν να  επιβάλουν τα ιδιωτικά μονοπώλια στην τιμή των δημόσιων αγαθών όπως είναι το νερό,  το οδικό δίκτυο,  τα μέσα μεταφοράς, το ηλεκτρικό ρεύμα, οι επικοινωνίες και άλλα βασικά δημόσια αγαθά.

Όπως το θέτει ο Α. Σμιθ:

«Το καθήκον του κυρίαρχου κράτους ή της Κοινοπολιτείας είναι το να ιδρύει και να συντηρεί αυτά τα δημόσια Ιδρύματα και αυτά τα δημόσια έργα, τα οποία, αν και μπορεί να είναι υψίστου πλεονεκτήματος για μια επιτυχημένη κοινωνία, είναι, όμως, τέτοιας φύσης που το κέρδος δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεπληρώσει τη δαπάνη ίδρυσης τους από ένα άτομο ή μικρή ομάδα ατόμων, και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υποτεθεί ότι κάποιο άτομο ή μικρή ομάδα ατόμων θα μπορούσε να τα ιδρύσει ή να τα συντηρήσει».

Συνεπώς:

«Το κόστος της συντήρησης καλών δρόμων και επικοινωνιών είναι, δίχως αμφιβολία, ευεργετικό για όλη την κοινωνία και μπορεί, κατά συνέπεια, χωρίς καμία αδικία, να καλυφθεί μέσω μιας γενικής συνεισφοράς από όλη την κοινωνία»[1]

Σε αντίθεση με αυτή τη θέση του Σμιθ, οι νεοφιλελεύθερες προτάσεις για εκτεταμένη ιδιωτικοποίηση της δημόσιας περιουσίας όχι μόνο αναιρούν τον ζωτικό σκοπό των δημόσιων επενδύσεων που είναι αυτός του να παρέχει ένα σταθερό και χαμηλού κόστους περιβάλλον για όλους τους πολίτες και τις επιχειρήσεις αλλά, επιπροσθέτως, εισάγουν μονοπωλιακή δύναμη στην αγορά μιας και τα περισσότερα δημόσια περιουσιακά στοιχεία είναι σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό φυσικά μονοπώλια.  Είναι ευρέως γνωστό ότι τα ιδιωτικά μονοπώλια είναι καταστροφικά για τη λειτουργία της αγοράς αφού τα μονοπώλια προσδιορίζουν την τιμή του προϊόντος ή της υπηρεσίας με βάση τη μεγίστη τιμή που μπορεί να αντέξει η αγορά.  Αυτή η τιμή που χρεώνουν συνήθως δεν έχει καμία σχέση με το κόστος παραγωγής του προϊόντος ή της υπηρεσίας αλλά είναι μια υπέρογκη τιμολόγηση που στοχεύει στη μεγαλύτερη δυνατή πρόσοδο (rent).

Σε μία προσπάθεια να καλύψουν τις θεωρητικές και πραγματικές αντιπαραγωγικές επιπτώσεις  για τη λειτουργία της αγοράς της πολιτικής ατζέντας των ιδιωτικοποιήσεων οι πολιτικοί εκπρόσωποι του νεοφιλελευθερισμού προτείνουν τη δημιουργία «ανεξάρτητων» ρυθμιστικών αρχών οι οποίες υποτίθεται επιβλέπουν τις παραπάνω πρακτικές των ιδιωτικοποιημένων μονοπωλίων. Ωστόσο, όπως ο Σμιθ προειδοποίησε:

 «άτομα με παρόμοιες επιχειρηματικές δραστηριότητες σπάνια συναντιούνται ακόμα και για διασκέδαση και ευθυμία, αλλά όταν συναντιούνται η συνομιλία τελειώνει πάντα σε μία συνομωσία εναντίων του δημοσίου συμφέροντος ή με κάποιο τέχνασμα για την αύξηση των τιμών»[2].

Στο ίδιο πνεύμα, η μονοπωλιακή δύναμη επιτρέπει στα μονοπώλια να επιβάλουν τον έλεγχο τους στις ρυθμιστικές αρχές οι οποίες εν δυνάμει δρουν με τέτοιο τρόπο που να εξυπηρετούν κατεστημένα συμφέροντα και όχι το δημόσιο συμφέρον, μια διαδικασία η οποία είναι γνωστή στη σχετική βιβλιογραφία σαν «ρυθμιστική αιχμαλώτιση» (regulatory capture). Πράγματι η εμπειρία σχετικά με την αποτελεσματικότητα των ρυθμιστικών αρχών για τη λειτουργία των ιδιωτικοποιημένων δημοσίων ιδρυμάτων δείχνει την ματαιοπονία της χρήσης ρυθμιστικών πρακτικών.

Επιπλέον, μια κοινή πρακτική των μονοπωλίων είναι να μην χρησιμοποιούν τα δικά τους κεφάλαια για να αγοράσουν περιουσιακά στοιχεία. Αντιθέτως, σε μια εποχή χαμηλών επιτοκίων, συνήθως δανείζονται από τις τράπεζες. Με αυτόν τον τρόπο μεταφέρουν τις επακόλουθες πληρωμές των τοκοχρεολυσίων του συμφωνημένου δανείου στους πελάτες με τις προβλεπόμενες συνέπειες στις τιμές που θα πληρώνουν οι πολίτες και οι επιχειρήσεις για το προϊόν ή την υπηρεσία. Η ιδιωτικοποίηση, ουσιαστικά, μετατρέπει τις δημόσιες υπηρεσίες  σε ένα σύστημα είσπραξης διοδίων για το συμφέρον των  ιδιωτικών μονοπωλίων. Αυτό αυξάνει το κόστος του επιχειρείν στον επιχειρηματικό κόσμο της χώρας και ανεβάζει το κόστος ζωής για τους πολίτες της χώρας. Και αυτό, με τη σειρά του, μειώνει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Επιπλέον, όταν μια χώρα πουλάει τα περιουσιακά της στοιχεία, ο πλούτος της μειώνεται με μακροπρόθεσμες επιπτώσεις. Κυρίως δε, το περιουσιακό στοιχείο που πουλήθηκε όχι μόνο δεν ανήκει στο δημόσιο αλλά και το κράτος παραιτείται και από οποιοδήποτε απόδοση που προκύπτει από την κυριότητα του περιουσιακού στοιχείου. Στην πραγματικότητα, η πώληση δημόσιων περιουσιακών στοιχείων έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των δαπανών του κράτους, όταν αυτό αναγκάζεται να επαναγοράσει  (σε τιμές που εμπεριέχουν την μονοπωλιακή πρόσοδο)  τις υπηρεσίες ή τα αγαθά τα οποία το περιουσιακό στοιχείο που έχει πωληθεί παρείχε. Και οι δύο παραπάνω συνέπειες λειτουργούν ενάντια στον υποτιθέμενο στόχο της ιδιωτικοποίησης, ο οποίος είναι η μείωση του κρατικού ελλείμματος. Επομένως, περιορίζεται περαιτέρω η ικανότητα της κυβέρνησης να ακολουθήσει οποιαδήποτε ουσιαστική οικονομική πολιτική.

Αξίζει να σημειωθεί ότι εάν ο αγοραστής του δημόσιου περιουσιακού στοιχείου δεν είναι μια οντότητα ιδιωτικών συμφερόντων αλλά ένας ξένος δημόσιος οργανισμός ή οντότητα, η ιδιωτικοποίηση λειτουργεί σαν μέσον μεταφοράς του κρατικού περιουσιακού στοιχείου αλλά και του επακόλουθου εισοδήματος συμπεριλαμβανομένου και της μονοπωλιακής προσόδου από την εθνικό δημόσιο τομέα  σε έναν ξένο δημόσιο τομέα.

Σε αντίθεση με το νεοφιλελεύθερο δόγμα, η ιδιωτικοποίηση είναι αντιπαραγωγική σε κάθε προσπάθεια οικονομικής ανάκαμψης καθώς μειώνει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας αλλά και αφαιρεί από το κράτος σημαντικά έσοδα που θα μπορούσαν δυνητικά να χρησιμοποιηθούν για την βελτίωση της οικονομικής δραστηριότητας. Ο Όργουελ θα είχε εντυπωσιαστεί από τη νεοφιλελεύθερη διγλωσσία.

 

[1] A. Smith (1776) An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations, Book V.

[2] A. Smith (1776) An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations, Book I, Chapter X

 

Ιωάννης Θεοδοσίου:Professor, Centre for European Labour Market Research (CELMR) University of Aberdeen Business School University of Aberdeen
 Scotland 
U.K.