0
0
0
s2smodern

Η Oxfam International δημοσίευσε πρόσφατα μια έκθεση 1 σχετικά με το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, με τίτλο: «Τράπεζες στην εξορία: πώς οι μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες επωφελούνται από τους φορολογικούς παραδείσους». Η έκθεση αυτή δίνει πληροφορίες -βασισμένη σε στοιχεία του 2015- για τις 20 μεγαλύτερες τράπεζες της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την άποψη του συνόλου των περιουσιακών τους στοιχείων, ενώ αποκαλύπτει τη χρήση τους από τις συγκεκριμένες τράπεζες. Αυτό κατέστη δυνατό διότι, αρχής γενομένης από το 2015, όλες οι τράπεζες που δραστηριοποιούνται στην ΕΕ πρέπει να λογοδοτούν για τις πράξεις τους σε όλο τον κόσμο και έτσι, μεταξύ άλλων, δημοσίευσαν τα κέρδη και τους φόρους που καταβάλλουν σε κάθε χώρα όπου είναι εγκατεστημένες, συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών παραδείσων. Τώρα, απομένει να επιβεβαιωθεί ότι πέραν των τραπεζών, και οι μη τραπεζικές επιχειρήσεις, κυρίως οι πολυεθνικές, έχουν πραγματοποιήσει αυτό το εγχείρημα διαφάνειας.

Οι διεθνείς οργανισμοί (όπως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS), ή το Κογκρέσο των ΗΠΑ, μεταξύ άλλων) θεωρούν φορολογικούς παράδεισους τις χώρες που υιοθετούν σκόπιμα, νομικά και φορολογικά συστήματα που επιτρέπουν σε μη κατοίκους -ιδιώτες ή εταιρείες να μπορούν να ελαχιστοποιήσουν τους φόρους που θα έπρεπε να πληρώσουν στις χώρες όπου ασκούν τις κύριες οικονομικές τους δραστηριότητες, χωρίς να είναι απαραίτητο να διατηρούν στις ίδιες ουσιαστική οικονομική δραστηριότητα.

Οι προαναφερθείσες τράπεζες δήλωσαν το 26% των κερδών τους (25 δισ. ευρώ το 2015) σε φορολογικούς παραδείσους, ποσοστό που αντιπροσωπεύει μόνο το 5% του παγκόσμιου ΑΕΠ και το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού. Ωστόσο, η οικονομική δραστηριότητα των εν λόγω 20 μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών σε φορολογικούς παραδείσους είναι πολύ μικρότερη: 12% του συνολικού κύκλου εργασιών και 7% του αριθμού των εργαζομένων. Η Ιρλανδία και το Λουξεμβούργο είναι οι φορολογικοί παράδεισοι που αυτές οι τράπεζες προτιμούν, καθώς έχει δηλωθεί συνολικά το 29% των κερδών από τα 25 δισ. που αναφέρονται.

Στο Λουξεμβούργο (με 0,008% του παγκόσμιου πληθυσμού), όπου εργάζεται μόνο το 0,5% των υπαλλήλων τους, οι συγκριμένες τράπεζες δήλωσαν 4,9 δισ. ευρώ κέρδη (το 5,2% των συνολικών κερδών), ποσό που είναι μεγαλύτερο από τα κέρδη που δηλώνουν συνολικά τρεις χώρες μαζί: το Ηνωμένο Βασίλειο, η Σουηδία και η Γερμανία Ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της Barclays στο Λουξεμβούργο που, με μόνο 42 υπαλλήλους, παρήγαγε 557 εκατ. ευρώ κέρδη, που σημαίνει μια μέση παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο 348 φορές υψηλότερη από το μέσο όρο του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος. Για αυτά τα θεαματικά κέρδη, η Barclays κατέβαλε μόνο περίπου ένα εκατ. ευρώ φόρους (πραγματικός φορολογικός συντελεστής της τάξης του 0,2%).

Στην Ιρλανδία, με κύκλο εργασιών ύψους τριών δισ. ευρώ, αυτές οι τράπεζες δήλωσαν 2,3 δισ. ευρώ κέρδος. Για λόγους σύγκρισης να πούμε ότι στη Σουηδία, με παρόμοιο κύκλο εργασιών, οι εν λόγω τράπεζες σημείωσαν κέρδη μόνο 0,9 δισ. ευρώ. Πέντε τράπεζες (μεταξύ αυτών η Santander και η BBVA) πέτυχαν αύξηση του κύκλου εργασιών τους, και αυτό αποτελεί σαφή απόδειξη ότι μεταφέρεται στην Ιρλανδία ένα μέρος των κερδών από άλλες χώρες. Ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στην Ιρλανδία για τις μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες είναι 6% (και σε ορισμένες περιπτώσεις 2%), όταν ο εταιρικός φόρος -που είναι ήδη χαμηλός- είναι της τάξης του 12,5%.

Υπάρχουν φορολογικοί παράδεισοι όπου οι τράπεζες δεν πληρώνουν κανένα φόρο εισοδήματος. Αυτό συνέβη στην περίπτωση των υπό εξέταση ευρωπαϊκών τραπεζών, για τα 383 εκατ. ευρώ από τα κέρδη τους, το 2015. Την ίδια στιγμή, μερικές από αυτές τις τράπεζες δηλώνουν ζημίες στις κύριες αγορές τους. Έτσι, η Deutsche Bank δήλωσε ζημίες στη Γερμανία και κέρδη ύψους 1,9 δισ. ευρώ σε φορολογικούς παραδείσους. Σαν από θαύμα, τουλάχιστον 628 εκατ. ευρώ των κερδών αναφέρθηκαν από τις 20 μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες σε φορολογικούς παραδείσους όπου δεν υπήρχε ούτε ένας υπάλληλος, καθόλου προσωπικό.

Το 59% των θυγατρικών των ευρωπαϊκών τραπεζών που είναι εγκατεστημένες στις ΗΠΑ βρίσκονται στην πολιτεία του Delaware -πασίγνωστο φορολογικό παράδεισο- και το 42% αυτών των θυγατρικών εταιρειών εδρεύουν επίσης εκεί, που παρεμπιπτόντως, είναι και η έδρα περισσότερων από 285.000 επιχειρήσεων. Οι τράπεζες τις οποίες εξετάζουμε έχουν παρόμοιο επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας στο Μονακό και την Ινδονησία, αλλά δηλώνουν δέκα φορές υψηλότερα κέρδη από τον φορολογικό παράδεισο της Ανδόρας.

Προφανώς, αυτό σημαίνει ότι, όπως γίνεται και σε άλλες περιπτώσεις χωρών, στην Ινδονησία -μια χώρα 28 εκατομμυρίων ανθρώπων, όπου πολλοί ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας- τα φορολογικά έσοδα είναι πολύ χαμηλότερα από ό, τι θα έπρεπε να είναι και, ως εκ τούτου, περιορίζεται η δυνατότητα για την καταπολέμηση της φτώχειας και της ανισότητας.

Οι εργαζόμενοι των τραπεζών που βρίσκονται στους φορολογικούς παραδείσους τυχαίνει να είναι τέσσερις φορές πιο παραγωγικοί -κέρδη που αποκομίζονται ανά εργαζόμενο- από το ήμισυ των εργαζομένων, όλων μαζί των χωρών. 2 Αυτό αποτελεί σαφή απόδειξη των ασυνήθιστα υψηλών κερδών που οι εν λόγω τράπεζες δηλώνουν στους φορολογικούς παραδείσους και, ως εκ τούτου, παύουν να δηλώνουν στις χώρες όπου ασκούν τις ουσιαστικές και κύριες δραστηριότητές τους. Παράλληλα, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι δραστηριότητες αυτών των τραπεζών έχουν φορολογικό όφελος -ποσοστό των κερδών επί του κύκλου εργασιώ- κατά μέσο όρο 19%. Ωστόσο, σε φορολογικούς παραδείσους, το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 42%.

Επιπλέον, οι ίδιες αυτές τράπεζες διευκολύνουν τη φοροδιαφυγή των πελατών τους. Οι πέντε εξ αυτών βρίσκονται μεταξύ των δέκα τραπεζών που εμπλέκονται στο σκάνδαλο «των εγγράφων του Παναμά» (Panama Papers) και δημιούργησαν περισσότερες από 7.000 υπεράκτιες εταιρείες.

Εν κατακλείδι, είναι οφθαλμοφανές ότι υπάρχει μεταφορά κερδών των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών σε χώρες με χαμηλή ή ανύπαρκτη φορολογία, στους φορολογικούς παραδείσους. Την ίδια στιγμή, βέβαια, δηλώνουν λιγότερα κέρδη ή ακόμα και ζημιές στις χώρες όπου ασκούν τις κύριες οικονομικές τους δραστηριότητες, όπου με τεχνητό τρόπο μειώνουν τις φορολογικές τους εισφορές. Η προσφυγή στους φορολογικούς παραδείσους έγινε με φυσιολογικό τρόπο τις τελευταίες δεκαετίες από ένα μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων, κυρίως μεγάλων πολυεθνικών, μεταξύ των οποίων και τράπεζες. Ως εκ τούτου, ο φόρος εισοδήματος στις χώρες όπου οι εταιρείες αυτές δραστηριοποιούνται οικονομικά έχει μειωθεί σημαντικά, προκαλώντας ακόμα και μείωση στην ποσότητα και την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών ή/και την αύξηση των έμμεσων φόρων που επιβαρύνουν αδιακρίτως το σύνολο του πληθυσμού, ενώ σε μακροοικονομικό επίπεδο, αποτελεί σοβαρό εμπόδιο στη δυνατότητα άσκησης οικονομικών πολιτικών από τα κυρίαρχα κράτη.


1 https://www.oxfam.org/sites/www.oxfam.org/files/bp-opening-vaults-eu-banks-tax-havens-270317-fr.pdf.

2 Στη μελέτη καταδεικνύεται ότι  οι θυγατρικές των τραπεζών που  βρίσκονται σε καθεστώς χαμηλής φορολογίας, είναι δύο φορές πιο κερδοφόρες και οι εργαζόμενοι τέσσερις φορές πιο παραγωγικοί, δημιουργώντας ένα μέσο κέρδος της τάξης των 171.000 ευρώ ανά άτομο ετησίως έναντι 45.000 ευρώ κατά μέσο όρο.

Μετάφραση-Eπιμέλεια: Μυρτώ Μακρυγιάννη