0
0
0
s2smodern

Η ευθύνη χάραξης πολιτικής στο πεδίο της χωρικής ανάπτυξης και οικονομικής μεγέθυνσης στον ευρωπαϊκό χώρο περνά τις τελευταίες δεκαετίες σταδιακά στις θεσμικές δομές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι στρατηγικές χωρικής ανάπτυξης, όμως, παραμένουν αντικείμενο θεωρητικών συγκρούσεων και διαβουλεύσεων. Το σχέδιο «Καλλικράτης» ήταν ακόμα ένα βήμα στην κατεύθυνση ένταξης του ελλαδικού χώρου και προσαρμογής των διοικητικών δομών που ρυθμίζουν τη χωρική ανάπτυξη στην Ελλάδα όλο και καλύτερα σε αυτό το παράδειγμα. Με αφορμή αυτές τις διαφαινόμενες αλλαγές, στην παρούσα μελέτη επιχειρείται να αναλυθούν συνοπτικά τα επικρατούντα μοντέλα χωρικής ανάπτυξης, η μέθοδος εφαρμογής τους, και οι συνέπειες των αλλαγών κατεύθυνσης πολιτικής που επιφέρουν. Τέλος, τίθενται ερωτήματα και προβληματικές από τη σκοπιά της πολιτικής οικονομίας.

 

Πρότυπα Χωρικής Ανάπτυξης

Παραδοσιακά, οι φορείς χάραξης πολιτικής στις οικονομίες των εθνικών κρατών ακολουθούσαν πολιτική ανάπτυξης βασισμένη στους τομείς της οικονομίας. Την τελευταία δεκαετία, και με την εισαγωγή του προτάγματος της «αποκέντρωσης», η προσέγγιση για την οικονομική ανάπτυξη μετακινήθηκε από τομεακή σε χωρική.

Οι δύο νέες προσεγγίσεις

Φαίνεται ότι υπάρχουν στη θεωρία δύο κύριες σχολές προσέγγισης της αναπτυξιακής πολιτικής. Πρώτον, η τοποκεντρική προσέγγιση με κύριο θεωρητικό εκπρόσωπο τον Fabrizio Barca, δημόσιο λειτουργό στην Ιταλία από πολλές θέσεις, που πρόσφατα διετέλεσε και υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου υπεύθυνος για την εδαφική συνοχή στην κυβέρνηση Μόντι (2011-2013). Απέναντι σε αυτή την προσέγγιση έχει προταθεί από τον Indermit Gill, οικονομολόγο της Παγκόσμιας Τράπεζας και σημερινό διευθυντή του τμήματος αναπτυξιακής πολιτικής, η λογική των «χωρικά τυφλών» πολιτικών που αντιθέτως βασίζονται στον πληθυσμό.

Η τοποκεντρική προσέγγιση συνίσταται στον εντοπισμό των ιδιαιτεροτήτων των διαφόρων γεωγραφικών περιοχών σε ό,τι αφορά στα χαρακτηριστικά τους, τις δυνατότητές τους και τη διαδρομή που πρέπει να ακολουθήσουν προς την οικονομική ανάπτυξη. Πρόκειται για μία πολυτομεακή προσέγγιση που επιχειρεί να δημιουργήσει τα εργαλεία για να εντοπιστούν, καθώς και οι πολιτικές για να αξιοποιηθούν οι δυνάμεις στον εκάστοτε τόπο, τα ισχυρά σημεία που είναι συνδεδεμένα με τη γεωγραφία και το ανθρώπινο δυναμικό, με μία λέξη αυτό που έχει ονομαστεί «τοπικά κληροδοτήματα» (local assets) στα πλαίσια του πιο γενικού όρου «εδαφικό κεφάλαιο» (terrotorial capital).

Αυτή την προσέγγιση υποστηρίζει απερίφραστα και ο ΟΟΣΑ: «Ναι, ο τόπος έχει σημασία. Είτε οι πόροι είναι φυσικοί, ανθρώπινοι ή άυλοι, βρίσκονται σε ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο ΟΟΣΑ προωθεί μια τοπο-κεντρική προσέγγιση στην οικονομική πολιτική.» (OECD 2011)

Η δεύτερη προσέγγιση υποστηρίζει ότι οι πολιτικές πρέπει να στοχεύουν στους ανθρώπους (πληθυσμούς) και όχι στους τόπους, και ότι αυτό συνεπάγεται πολύ μεγαλύτερη εξάρτηση από εργαλεία «χωρικά τυφλών» πολιτικών. Ο Indermit Gill, κύριος θεωρητικός εκπρόσωπος αυτής της προσέγγισης εκτιμά τις τοποκεντρικές πολιτικές ως καλών προθέσεων αλλά λανθασμένες. Ισχυρίζεται ότι παρατηρώντας τον τρόπο που ήδη είναι χωρικά διανεμημένη η ανάπτυξη, είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς τη μη κανονική κατανομή της (Εικόνα 1).

Εικόνα 1. Οικονομική Δραστηριότητα στην Κεντρική Ευρώπη - Μία Άνιση Τοπογραφία (Gill 1010)

Υποστηρίζει ότι το να προσπαθήσει κανείς να διανείμει την ανάπτυξη, ή όπως λέει, να την «εξαπλώσει» περισσότερο, μακρύτερα και νωρίτερα απ’ ότι θα έπρεπε, ισοδυναμεί με την αποθάρρυνσή της. Βλέπει την ανισοκατανομή της ανάπτυξης περίπου ως ένα φυσικό φαινόμενο της αγοράς, και μας καλεί να τη δεχτούμε ως κάτι δεδομένο. Ο στόχος, σύμφωνα με τον Gill, δεν είναι να ενθαρρυνθεί η περιφερειακή ανάπτυξη αλλά να προωθηθούν πολιτικές ένταξης ή ολοκλήρωσης (integration) των περιοχών που υστερούν στις περιοχές που υπερέχουν σε οικονομική δραστηριότητα. Αυτό θα συμβεί με τη χωρικά τυφλή παροχή βασικών υπηρεσιών όπως εκπαίδευση, υγεία και δημόσια ασφάλεια, ενώ προτείνει την περαιτέρω απελευθέρωση της αγοράς ακινήτων και της αγοράς εργασίας, την κινητικότητα της εργασίας και του κεφαλαίου, και τέλος την καλύτερη διασύνδεση των υστερούντων περιφερειών με τις ισχυρότερες περιοχές μέσω φυσικών δικτύων (υποδομές μεταφορών και συγκοινωνιών) και νοητών δικτύων (υποδομές πληροφορίας και επικοινωνίας).

Καλλικράτης και Νέες Περιφέρειες

Η Ευρωπαϊκή Ένωση μελετά στατιστικά τον ευρωπαϊκό χώρο χωρίζοντάς τον σε 3 επίπεδα χωρικών ενοτήτων, με μεθοδολογία που εξαρτάται από τον πληθυσμό, τα οποία ονομάζονται NUTS (nomenclature of territorial units for statistics). Οι περιοχές NUTS 1 (98 χωρικές ενότητες στην ΕΕ) είναι οι κύριες κοινωνικοοικονομικές περιφέρειες, οι NUTS 3 (συνολικά 1342 σε πλήθος) είναι μικρές χωρικές ενότητες για συγκεκριμένες διαγνώσεις, ενώ οι NUTS 2 (276 περιφέρειες) είναι οι βασικές περιφέρειες όπου εφαρμόζεται η περιφερειακή πολιτική, που είναι και οι 13 καλλικρατικές περιφέρειες στην περίπτωση της Ελλάδας (Εικόνα 2 και 3).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το σχέδιο Καλλικράτης είναι ουσιαστικά η απόπειρα προσαρμογής της διοικητικής δομής και της χωρικής διάρθρωσης στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα και τη στρατηγική περιφερειακής ανάπτυξης. Πιο συγκεκριμένα, μάλιστα, οι νέες Περιφέρειες δημιουργήθηκαν (13 αιρετές Περιφέρειες αντί των πρώην 52 Νομαρχιών) για να αναλάβουν ενισχυμένο ρόλο στα πλαίσια της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». «Η «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης-Πρόγραμμα Καλλικράτης» εναρμονίσθηκε με τη συνθήκη της Λισσαβόνας τόσο στις αρχές και τις αξίες που τη διέπουν όσο και στο πλαίσιο που προσδιορίζει σε ό,τι αφορά την πολυεπίπεδη διακυβέρνηση. [...] Ιδιαίτερα, το θεσμικό πλαίσιο για την περιφερειακή ανάπτυξη στη Ελλάδα με τις ρυθμίσεις του «Καλλικράτη» προσδίδει εξωστρεφή και ανταγωνιστική μορφή στις αναπτυξιακές επιλογές τους και εισάγει σε μεγάλο βαθμό την συμμετοχή στις διαδικασίες αυτών των επιλογών. Τέλος, σε αυτά πρέπει να προσθέσουμε ότι το Πρόγραμμα Καλλικράτης αναγνωρίζει σε μεγάλο βαθμό τη θεσμική λειτουργία της συλλογικής αυτοδιοίκησης με τα διάφορα Όργανά της, πράγμα που ικανοποιεί την αποτελεσματικότητα της κοινοτικής δράσης και ακόμη αναβαθμίζει το επιχειρησιακό δυναμικό των ΟΤΑ με ισχυρούς ρόλους επί του θεσμικού πλαισίου για την περιφερειακή ανάπτυξη.» (ΛΑΔΙΑΣ 2013, σελ.30).

Σύμφωνα με το μέχρι σήμερα ισχύον θεσμικό πλαίσιο, οι φορείς της αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού καταρτίζουν τα προγράμματα περιφερειακής ανάπτυξης μέσα στα όρια που ορίζονται από το πλαίσιο των οδηγιών και των στόχων της κεντρικής διοίκησης και των κατευθύνσεων που θεσμοθετούνται από τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για κάθε προγραμματική περίοδο. Πιο συγκεκριμένα, πολύ συνοπτικά, αναθέτουν και παρακολουθούν τα Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια, συμπράττουν σε Συμπράξεις Δημοσίου και ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), καταρτίζουν και εγκρίνουν τον περιφερειακό σχεδιασμό διαχείρισης στερεών αποβλήτων, κυρώνουν τις πράξεις εφαρμογής πολεοδομικών μελετών, έχουν ευθύνη εφαρμογής χωροταξικών, πολεοδομικών και περιβαλλοντικών μελετών και ρυθμίσεων, τομέων κοινωνικής πρόνοιας, του τουρισμού, του εμπορίου κ.α., ωστόσο δεν νομοθετούν ούτε έχουν οικονομική αυτοτέλεια.

Υπάρχουν αρμοδιότητες και εξουσίες που οι περιφερειάρχες αιτούνται να αναλάβουν και ο νόμος ακόμα δεν το επιτρέπει, ενώ φαίνεται να βρίσκεται στο σχεδιασμό ακόμα και η κατάργηση των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων. Οι Περιφέρειες για την ώρα έχουν αναλάβει αρμοδιότητες που άλλοτε κατείχε η κεντρική εξουσία, όμως οι αρμοδιότητες δεν είναι ακόμα αποφασιστικές.

Εντούτοις, η διοικητική αναδιάρθρωση με το σχέδιο Καλλικράτης και οι διαβουλεύσεις που έχουν ακολουθήσει, είναι ενδεικτικά μίας σαφέστατης τάσης προς την τρόπον τινά «αυτονόμησή» τους. Η περιφερειακή πολιτική θα ορίζεται από τους αρμόδιους ευρωπαϊκούς θεσμούς ανάλογα με τα εργαλεία σχεδιασμού που συνδέονται με την κεντρική θεώρηση για το εδαφικό κεφάλαιο και τους συνολικούς στόχους. Κατόπιν, θα δίδονται κονδύλια για υποδομές ή επιδοτήσεις που σχετίζονται με τον σχεδιασμό, ενώ κυρίως παραδίδονται οι εξουσίες και τα ρυθμιστικά εργαλεία στις Περιφέρειες ώστε να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητά τους και τη δυνατότητα τους να προσελκύσουν ιδιωτικά κεφάλαια στην κατεύθυνση επενδύσεων.

Με λίγα λόγια, διαφαίνεται η τάση να παρακαμφθεί το εθνικό κράτος, και η πολιτική να χαράσσεται από τους θεσμούς της ΕΕ και να εφαρμόζεται από τις Περιφέρειες, οι οποίες θα πρέπει να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την προσέλκυση κεφαλαίων. Εδώ θα πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής. Πρώτον, ότι αναφερόμαστε ουσιαστικά σε μία τοποκεντρική εκδοχή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου. Δεύτερον, ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί από τη μία και οι καλλικρατικές Περιφέρειες από την άλλη κρίνονται ελλιπείς σε επίπεδο λειτουργίας της δημοκρατίας και συσχετισμού με τη λαϊκή βούληση σε σχέση με το εθνικό κράτος και -παλαιότερα- τον Δήμο ή την Κοινότητα, οντότητες γύρω από τις οποίες παραδοσιακά αναπτυσσόταν η πολιτική στην Ελλάδα.

Εικόνα 2. Δικαίωμα Περιφερειών σε διεκδίκηση πόρων συνοχής βασισμένο στο ακαθάριστο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, κατά NUTS 2 Περιφέρειες για την προγραμματική περίοδο 2014-2020 (Eurostat)

Στην Εικόνα 2 φαίνονται οι NUTS 2 Περιφέρειες χρωματισμένες ανάλογα με το δικαίωμα διεκδίκησης πόρων από τις ενισχύσεις της προγραμματικής περιόδου 2014-2020. Το κριτήριο διαβάθμισης είναι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ εκφρασμένο ως ποσοστό του μέσου ευρωπαϊκού. Με κόκκινο απεικονίζονται οι λιγότερο ανεπτυγμένες, με ανοικτό μπλε οι Περιφέρειες σε φάση μετάβασης και με σκούρο μπλε οι πιο ανεπτυγμένες.

Για την προγραμματική περίοδο 2014-2020 έχουν διατεθεί συνολικά 351,8 δισ ευρώ, που αντιστοιχούν στο ⅓ του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από αυτά, τα μισά (182,2) θα διατεθούν για τις λιγότερο ανεπτυγμένες Περιφέρειες, 35 για τις μεταβατικές και 54 στις πιο ανεπτυγμένες.

 

Προβληματικές

Μέχρι τώρα είδαμε πώς αναπτύσσεται ο θεωρητικός διάλογος για τα εργαλεία ανάγνωσης του χώρου, και τις μεθόδους χάραξης και εφαρμογής των πολιτικών στην περιφερειακή ανάπτυξη. Είδαμε, επίσης, τη λογική με την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση οργανώνει τον χώρο και κατευθύνει τους πόρους για την εδαφική συνοχή.
Η κριτική που μπορεί να γίνει και τα ερωτήματα που πρέπει να τεθούν είναι τα εξής.

Αδιαφορία για τους τομείς δραστηριότητας

Η τοποκεντρική προσέγγιση για την περιφερειακή ανάπτυξη φαίνεται να αγνοεί, και άρα ουσιαστικά να αποκλείει την παραδοσιακή τομεακή προσέγγιση για την ανάπτυξη.  Γιατί, όμως, έχει σημασία η τομεακή προσέγγιση;

Η ανταγωνιστικότητα ενός προϊόντος ή μίας υπηρεσίας και η άρα η ευαισθησία της αγοράς του στις γενικές οικονομικές διακυμάνσεις και τους κύκλους ύφεσης-μεγέθυνσης διαφέρει δραματικά ανάλογα με τον τομέα του. Πώς μπορούμε να σχεδιάσουμε και να επιβάλουμε ένα πρότυπο ανάπτυξης σε μία Περιφέρεια ανεξαρτήτως τομέα, λαμβάνοντας υπόψιν μόνο το εδαφικό της κεφάλαιο; Αδιαφορώντας αν πρόκειται για παραγωγή εντάσεως κεφαλαίου ή εντάσεως εργασίας, αδιαφορώντας για το μέγεθος της προστιθέμενης αξίας, αδιαφορώντας ακόμα και αν πρόκειται για βραχυπρόθεσμα κεφάλαια κερδοσκοπικού χαρακτήρα, μπορούμε άραγε να μιλάμε για κοινωνική συνοχή και άρα εδαφική συνοχή; Συμπληρωματικά, πρέπει να ειπωθεί ότι το μακρο-οικονομικό περιβάλλον δεν είναι ισότιμο για όλες τις Περιφέρειες, αλλά ούτε και ανεξάρτητο από την εκάστοτε εθνική οικονομία.

Αδιαφορία για την κοινωνική διάσταση της εργασίας

Ανάλογα ερωτήματα, φυσικά, τίθενται και για τις χωρικά τυφλές πολιτικές που προτείνει ο Indermit Gill. Σε αυτή την περίπτωση, φαίνεται το ενδιαφέρον να στρέφεται μόνο στην αυθόρμητη οικονομική ανάπτυξη αδιαφορώντας ξανά για τις ανάγκες τις εκάστοτε οικονομίας. Κυρίως, όμως, οι πολιτικές που προτείνονται κινούνται αποκλειστικά στην κατεύθυνση της κινητικότητας της εργασίας. Δηλαδή, στην περίπτωση μίας χωρικής ενότητας που υπολείπεται σε οικονομική δραστηριότητα, για παράδειγμα, προτείνεται η ενθάρρυνση της «μετανάστευσης» των οικονομικά ενεργών κατοίκων σε πιο ανεπτυγμένες περιοχές. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με την μετατροπή της εργασίας από κοινωνικό αγαθό σε «εμπόρευμα» που ακολουθεί τους νόμους της αγοράς και της ζήτησης. Επομένως δεν μπορούμε μήτε σε αυτή την περίπτωση να μιλάμε για κοινωνική και εδαφική συνοχή.

Περιφερειακή Ανάπτυξη, με ποιους όρους;

Πώς όμως, ακόμα και με τις πολιτικές που εφαρμόζονται, που σήμερα είναι στην κατεύθυνση της τοποκεντρικής προσέγγισης, πραγματοποιείται η πολιτική ενισχύσεων;

 

Το Παράδειγμα της Ελληνικής Οικονομίας

Η στρατηγική 2014-2020 προβλέπει, σύμφωνα με τα στοιχεία, 14 δισ. ευρώ για τις Περιφέρειες στην Ελλάδα. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, οι καθαρές επενδύσεις το 2007 στην Ελλάδα ανήλθαν σε 63 δισ. ευρώ, ενώ το 2015 σε περίπου 13 δισ. ευρώ. Οι καθαρές επενδύσεις που απαιτούνται για την ενίσχυση της πραγματικής οικονομίας στην Ελλάδα και τις προοπτικές μίας κοινωνικά βιώσιμης ανάκαμψης υπολογίζονται, συνεπώς, περίπου σε 40 δισ. ευρώ ανά έτος.

Γίνεται σαφές ότι 14 δις σε ορίζοντα 7ετίας δεν αποτελούν από μόνα τους αναπτυξιακή πολιτική. Πρόκειται για πόρους προορισμένους να βοηθήσουν την εκάστοτε οικονομία να ανακτήσει την ανταγωνιστικότητά της και να προσελκύσει ιδιωτικά κεφάλαια, και ουσιαστικά πρόκειται για έναν τρόπο αναγκαστικής προσαρμογής του προτύπου οικονομικής ανάπτυξης, καθ’ ότι σε μία περίοδο αποσυνθετικής κρίσης, ακόμα και οι μικρές αυτές ενισχύσεις είναι ισχυρότατο κίνητρο. Είναι ένα εργαλείο εξαναγκασμού ενός τρόπου προσέγγισης στην οικονομική ανάπτυξη, στη νέα ορθοδοξία του νεοφιλελευθερισμού.

Εικόνα 3. Καλλικρατικές Περιφέρειες χωρισμένες σε λιγότερο ανεπτυγμένες (σκούρο χρώμα), μεταβατικές, και πιο ανεπτυγμένες (ανοιχτό χρώμα) / πηγή: insideurope.eu

Ταυτόχρονα, η συνολική και αδιαμφισβήτητη κατεύθυνση πολιτικής είναι η μετατόπιση αρμοδιοτήτων στις ίδιες τις Περιφέρειες, που αναλαμβάνουν έτσι την ευθύνη για την ανταγωνιστικότητα και την ελκυστικότητά τους σε επενδυτικά κεφάλαια.

Θα πρέπει, λοιπόν, να τεθεί το ερώτημα, υπό αυτές τις συνθήκες, με ποιες μεθόδους θα επιχειρηθεί να επιτύχουν τους στόχους για προσέλκυση επενδύσεων οι Περιφέρειες, με τι όρους θα συμμετέχουν σε ΣΔΙΤ, και τι κίνητρα θα υπάρξουν για ελαστικοποίηση των ρυθμιστικών περιορισμών σε κοινωνικά, πολεοδομικά, χωροταξικά και περιβαλλοντικά ζητήματα; Και εν τέλει, με τη μετατόπιση των αρμοδιοτήτων σε επίπεδο Περιφέρειας, πώς θα διαμορφωθεί η έκθεση των περιφερειακών διοικήσεων σε ιδιωτικά συμφέροντα;
Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα των εν λόγω προγραμμάτων δεν είναι ενθαρρυντικά, αλλά το αντικείμενο χρήζει περαιτέρω έρευνας, ενώ πρέπει να τεθούν τα προαναφερθέντα ερωτήματα, που σχετίζονται ακόμα και με την ποιότητα της δημοκρατίας.

 

Συμπεράσματα

Ο παραγκωνισμός της τομεακής προσέγγισης έχει φέρει στο παράδειγμα της Ελλάδας αποβιομηχάνιση, συρρίκνωση του δευτερογενούς τομέα και διόγκωση του τομέα των υπηρεσιών. Αυτό έχει οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες και έχει ήδη δημιουργήσει χωρικές ανισορροπίες και εντάσεις.

Από την άλλη με τις πολιτικές επιβολής αναπτυξιακών προτύπων και τον κατακερματισμό των χωρικών ενοτήτων αναφορικά με τις ρυθμιστικές αρμοδιότητες, επιχειρείται να περιθωριοποιηθεί ο ρόλος του εθνικού κράτους, το οποίο έχει υπάρξει παραδοσιακά το επίπεδο πολιτικών προστασίας των κοινωνιών από την κατηφόρα του ανταγωνισμού.

Συνάμα, αυτός ο παραγκωνισμός φαίνεται ασύμμετρος με την απουσία κοινωνικής πρόνοιας σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και με την πραγματικότητα των αποκλίσεων μεταξύ εθνικών οικονομιών όχι μόνο όσον αφορά την παραγωγική τους δομή, τις κεφαλαιακές ροές και τα δημοσιονομικά, αλλά ακόμα και σε επίπεδο λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος.

Η εδαφική συνοχή και η βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη παραμένει το ζητούμενο. Όμως, τα πρότυπα της οικονομικής ανάπτυξης που αδιαφορούν για την προστιθέμενη αξία, την παραγωγικότητα, και την εργασία ως κοινωνική αξία, οφείλουν να αποτελέσουν αντικείμενο αυστηρής κριτικής και περαιτέρω έρευνας.


Βιβλιογραφία

BARCA FABRIZIO (2009), An agenda for a Reformed Cohesion Policy: A Place Based Approach to Meeting European Union Challenges and Expectations, Brussels

GILL INDERMIT (2010), Regional development policies: Place-based or people-centred?

OECD (2011), OECD Regional Outlook 2011: Building resilient regions for stronger economies

PETRAKOS, GEORGE (2012), Integration, spatial dynamics and regional policy dilemmas in the European Union

ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ (2015), Εθνική Στρατηγική Έρευνας και Καινοτομίας για την Έξυπνη Εξειδίκευση 2014-2020

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ (2016), Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επεδυτικά Ταμεία 2014-2020

ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ insideurope.eu (τελευταία ανάκτηση: Ιανουάριος 2017)

ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ europa.eu (τελευταία ανάκτηση: Ιανουάριος 2017)

ΛΑΔΙΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ (2013), Το Σύγχρονο Θεσμικό Πλαίσιο της Περιφερειακής Ανάπτυξης στην Ελλάδα

 

Κατεβάστε το κείμενο εδώ.