0
0
0
s2smodern

Στάσιμο: Οι οικονομικές συνέπειες της εσωτερικής υποτίμησης

Προκειμένου να επισημάνει τις οικονομικές συνέπειες της εσωτερικής υποτίμησης αυτό το μέρος του δοκιμίου θέλει να σκιαγραφήσει τη βασική ανάλυση του Keynes για τις επιπτώσεις του αποπληθωρισμού των μισθών, των εισοδημάτων και των τιμών στη οικονομική δραστηριότητα.

Η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα και την ΕΕ υποτάσσεται στην ιδεολογική υστερία σχετικά με το ζήτημα του δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημόσιου χρέους. Η πρόταση είναι ότι όσο λιγότερο δανείζονται οι κυβερνήσεις τόσο καλύτερα. Επομένως, η πολιτική είναι να ασκηθεί πίεση στο κράτος για να περιορίσει όσο το δυνατόν περισσότερο όλες τις δημόσιες επενδύσεις, χωρίς να νοιάζεται για το πόσο παραγωγικό ή επιθυμητό είναι κάτι τέτοιο. Επιπλέον η μείωση των κυβερνητικών δαπανών δεν πρέπει να αξιοποιηθεί από την κυβέρνηση προκειμένου να μειώσει τη φορολογία όλου του πληθυσμού, αλλά για να δανειστεί λιγότερο, υποθέτοντας ότι εάν η κυβέρνηση δανείζεται λιγότερο, ο ιδιωτικός τομέας θα δανειστεί αναγκαστικά περισσότερο. Επιπλέον, μειώνοντας τους φόρους των πιο υψηλών στρωμάτων στην κατανομή εισοδήματος, μπορεί να μειώνει τα δημόσια έσοδα, αλλά εντούτοις θεωρείται επιθυμητό επειδή τάχα δίνει κίνητρα για ιδιωτικές επενδύσεις. Καθοδηγούμενες από την πεποίθηση ότι η κύρια ώθηση της πολιτικής πρέπει να είναι η εσωτερική υποτίμηση οι κυβερνήσεις έχουν επιδοθεί σε ένα πρόγραμμα μειώσεων των δαπανών, ελάττωσης των ελλειμμάτων και του δημοσίου χρέους, σε συνδυασμό με μειώσεις των μισθών και των εισοδημάτων ακόμη και σε περιόδους ύφεσης.

Η θεωρία είναι ότι, εάν οι παραγωγοί-επιχειρήσεις μειώσουν το κόστος εργασίας, θα παράγουν περισσότερο και οι τιμές των παραχθέντων αγαθών θα πέσουν τόσο όσο και οι μισθοί. Εντούτοις, όπως υποστήριξε ο Keynes, δεν υπάρχει κανένας λόγος να προσδοκούμε ότι οποιαδήποτε μείωση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων θα αντικατασταθεί από άλλες αντισταθμίζουσες αυξήσεις. Βεβαίως, αυτή η μείωση της αγοραστικής δύναμης μπορεί να προκαλέσει μια μείωση των δαπανών των νοικοκυριών σε εισαγωγές βελτιώνοντας ίσως το εμπορικό ισοζύγιο. Μπορεί επίσης να μειώσει τις καταθέσεις, καθώς, οι δημόσιοι υπάλληλοι ή άλλοι των οποίων  οι μισθοί περικόπτονται και οι άνεργοι, θα αποταμιεύσουν λιγότερο ή θα αντλήσουν από τις αποταμιεύσεις τους για να διατηρήσουν το σύνηθες επίπεδο διαβίωσής τους. Ωστόσο, οι παραγωγοί/επιχειρήσεις θα διαπιστώσουν ότι οι δαπάνες των καταναλωτών (δημόσιων υπαλλήλων, συνταξιούχων, ανέργων) θα μειωθούν. Συνεπώς, μπορούν να αντισταθμίσουν αυτήν τη μείωση των εσόδων τους είτε με το να περιορίσουν τις δικές τους δαπάνες, είτε απολύοντας μερικούς από τους εργαζομένους τους, ή και τα δύο. Αναγκαστική συνέπεια των μειωμένων εισοδημάτων και κερδών είναι η αύξηση της ανεργίας και η μείωση των φορολογικών εσόδων για την κυβέρνηση.

Συνέπειες για τους δανειστές και τους οφειλέτες

Είναι σημαντικό, όπως παρατήρησε ο Keynes 1, ότι ο αποπληθωρισμός των μισθών, των εισοδημάτων και των τιμών, μεταφέρει πλούτο από τον υπόλοιπο πληθυσμό στους εισοδηματίες (rentiers) και σε εκείνους που διατηρούν δικαιώματα στο χρήμα. Στην πραγματικότητα, η εσωτερική υποτίμηση ανακατανέμει τον πλούτο καθώς μεταφέρει χρήμα από τους οφειλέτες στους δανειστές. Τα πραγματικά περιουσιακά στοιχεία της χώρας αποτελούν τον πλούτο των πολιτών της. Τέτοια πραγματικά περιουσιακά στοιχεία είναι κτήρια, αποθέματα προϊόντων, αγαθά προοριζόμενα για την παραγωγή κλπ. Στην πραγματικότητα, οι ιδιοκτήτες αυτών των πραγματικών περιουσιακών στοιχείων συχνά τα αγοράζουν δανειζόμενοι χρήμα. Έτσι για κάθε αριθμό οφειλετών υπάρχει πάντα ένας αντίστοιχος αριθμός δανειστών. Οι τελευταίοι είναι κάτοχοι του χρήματος που χρησιμοποιείται από τους οφειλέτες για την αγορά των πραγματικών περιουσιακών στοιχείων που κατέχουν. Αυτό το χρήμα συνήθως διοχετεύεται μέσω του εμπορικού τραπεζικού συστήματος. Για αυτό στην πραγματικότητα οι τράπεζες διαβεβαιώνουν τους καταθέτες - που δανείζουν αυτά τα χρήματα στην τράπεζα - ότι θα τους επιστραφούν όταν το ζητήσουν. Αυτή η υπόσχεση δίνεται βάσει της προϋπόθεσης ότι οι δανειολήπτες θα τιμήσουν τους όρους του δανείου και θα αποπληρώσουν το ποσό που χρησιμοποίησαν για να αγοράσουν τα πραγματικά περιουσιακά στοιχεία τους.

Όμως, η αλλαγή στην αξία του χρήματος έχει επιπτώσεις στη σχετική θέση εκείνων που έχουν οφειλές σε μορφή χρήματος και εκείνων που τους ανήκει το χρήμα. Μια μείωση στις τιμές και στους μισθούς είναι ισοδύναμη με την αύξηση στο μέγεθος των οφειλών σε μορφή χρήματος. Ως εκ τούτου ο πραγματικός πλούτος μεταφέρεται από τους οφειλέτες στους πιστωτές δεδομένου ότι είναι μεγαλύτερο το ποσοστό των πραγματικών περιουσιακών στοιχείων που εκπροσωπείται από τις αξιώσεις του δανειστή (καταθέτη) και ένα μικρότερο ποσοστό πηγαίνει στον ιδιοκτήτη του πραγματικού περιουσιακού στοιχείου, ο οποίος έχει δανειστεί τα χρήματα για να το αγοράσει. Εν ολίγοις, η πραγματική αξία του δανείου αυξάνεται για τον πιστωτή και το πραγματικό βάρος του χρέους μεγαλώνει για τον δανειολήπτη. Ως εκ τούτου, η εξυπηρέτηση του χρέους απαιτεί μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων των οφειλετών και υπάρχει μια μείωση ή ακόμα και μια εξάλειψη στην πιστοληπτική φερεγγυότητα των οφειλετών. Αυτό τους αποκλείει από την περαιτέρω πρόσβαση σε δάνεια. Ως εκ τούτου, έπεται η αδυναμία αποπληρωμής των χρεών και η πτώχευση των οφειλετών δημιουργώντας έτσι έναν φαύλο κύκλο. Αυτό μεταδίδει την οικονομική δυσχέρεια των οφειλετών στους πιστωτές τους, και έτσι απειλείται η φερεγγυότητα και η ρευστότητα των δανειστών και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

Συνέπειες  στον Τραπεζικό Τομέα

Τα ανωτέρω είναι μόνο η αρχή των επιπτώσεων του αποπληθωρισμού των τιμών και μισθών στην οικονομία. Ο δεύτερος κύκλος επιπτώσεων προέρχεται από την θέση των εμπορικών τραπεζών ανάμεσα στους οφειλέτες και στους δανειστές, καθώς αυτές οφείλουν χρήματα στους καταθέτες τους, τα οποία έχουν δοθεί ως δάνειο στους οφειλέτες. Οι τράπεζες διαβεβαιώνουν τους καταθέτες τους ότι οι καταθέσεις θα τους επιστραφούν όταν τις ζητήσουν, χωρίς όμως να τους απασχολεί η πραγματική αξία του χρήματος. Πράγματι, οι μικρές διακυμάνσεις στην αξία του χρήματος δεν έχουν κανένα αντίκτυπο για τις τράπεζες, δεδομένου ότι είναι κοινή πρακτική τους να αφομοιώνουν μικρές μειώσεις στην τιμή των ακίνητων περιουσιακών στοιχείων, καθώς χρηματοδότησαν μόνο ενός μέρος της αρχικής τιμής του ακινήτου. Αυτό το «περιθώριο» προστατεύει την τράπεζα υπό κανονικές συνθήκες, όπου η πτώση στην τρέχουσα αξία των ακινήτων είναι εντός των συμβατικών ορίων. Αλλά η παραπάνω εγγύηση που δίνεται στο δανειστή μπορεί να τηρηθεί μόνο εάν η τρέχουσα αξία του ακινήτου, το οποίο έχει αγοράσει ο οφειλέτης, παραμείνει σταθερή ή κυμαίνεται μέσα σε περιορισμένο περιθώριο κατά τη μεγαλύτερη διάρκεια του δανείου. Όταν σε μια σύντομη χρονική περίοδο η τρέχουσα αξία του ακινήτου ελαττωθεί υπερβολικά κατά τέτοιο τρόπο που να υπερβαίνει το καθορισμένο περιθώριο, τότε η τράπεζα είναι απροστάτευτη. Μια υπερβολική πτώση στη χρηματική αξία των ακινήτων, όπως δείχνει η πρόσφατη εμπειρία στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες της ΕΕ, θέτει σε κίνδυνο ολόκληρη την τραπεζική δομή. Υπάρχει ένας βαθμός αποπληθωρισμού στην τιμή των ακινήτων περιουσιακών στοιχείων, ο οποίος δεν μπορεί να αφομοιωθεί από καμία τράπεζα και οι ελληνικές τράπεζες είναι μια τέτοια περίπτωση.

Συνέπειες στις προσδοκίες

Καθώς ο αποπληθωρισμός των μισθών και των τιμών ακολουθεί την πορεία του και υπάρχει μια βαθμιαία άνοδος στην αξία του χρήματος της χώρας σε όρους αγαθών, είναι σαν να αναγγέλλει στον κάθε παραγωγό-επιχειρηματία, ότι στο μέλλον οποιοδήποτε απόθεμα εμπορευμάτων ή πρώτων υλών θα υποτιμάται σταθερά. Η ίδια διαδικασία επίσης αναγγέλλει επίσης σε καθέναν που έχει δανειστεί για να χρηματοδοτήσει την επιχειρηματική δραστηριότητά του ότι η πραγματική αξία του δανείου θα αυξάνεται σταθερά. Με αυτά τα δεδομένα, ο κάθε λογικός παραγωγός-επιχειρηματίας θα αναβάλει οποιαδήποτε παραγγελία όσο περισσότερο μπορεί και κάθε λογικός οφειλέτης θα προτιμήσει να διακόψει την λειτουργία της επιχείρησής του παρά να δανειστεί για να επενδύσει σε αυτήν. Επιπλέον ο κάθε λογικός πολίτης θα μετατρέψει κάθε περιουσιακό του στοιχείο που κατέχει σε ρευστό, και θα περιμένει την ανατίμηση της αξίας του χρήματος. Κατά συνέπεια, καθώς εδραιώνεται η απαισιοδοξία, η κυκλοφορία του χρήματος αναμένεται να πέσει, κάτι που θα εντείνει περαιτέρω την επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας. Όπως το έθεσε ο Keynes «μια πιθανή προσδοκία αποπληθωρισμού είναι αρκετά βλαβερή, μια βέβαια προσδοκία είναι καταστροφική». Πράγματι, ολόκληρη η οικονομική δραστηριότητα μπορεί να σταματήσει εντελώς όπως συμβαίνει στην Ελλάδα. Αλλά και η υπόλοιπη ΕΕ πάσχει από την ίδια ασθένεια.

Ο Νόμος του Say: Όταν τα δόγματα αψηφούν τη λογική

Η κλασσική παράδοση προτείνει ότι οι πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης ωφελούν την κοινότητα συνολικά με το να μειώνουν το κόστος παραγωγής, το οποίο με τη σειρά του δίνει κίνητρα στους παραγωγούς-επιχειρηματίες να αυξήσουν τον όγκο της παραγωγής και ως εκ τούτου τις θέσεις εργασίας. Αυτό συμβαίνει επειδή το εργατικό κόστος είναι αυτό που πληρώνει ο παραγωγός στους απασχολούμενους για την παραγωγή του προϊόντος και οι τιμές του παραγόμενου προϊόντος καθορίζουν το εισόδημα του παραγωγού, όταν πωλούνται τα προϊόντα. Για την κοινότητα συνολικά, οι παραγωγοί-επιχειρηματίες παίρνουν πίσω τα ίδια ποσά που έχουν πληρώσει στους απασχολούμενους κατά τη διάρκεια της παραγωγής ως έσοδα πωλήσεων. Αυτό είναι το εισόδημα της κοινωνίας, το οποίο χρησιμοποιείται για να αγορασθούν τα παραχθέντα προϊόντα. Κατά συνέπεια, η προσφορά δημιουργεί την ίδια τη ζήτηση.

Αυτό το απέρριψε ο Keynes. Υποστήριξε ότι δεν είναι αλήθεια πως ό, τι πληρώνουν οι παραγωγοί-επιχειρηματίες ως κόστος παραγωγής επιστρέφει απαραιτήτως σε αυτούς ως έσοδα από την πώληση των προϊόντων που παρήχθησαν.

«Είναι μια πλάνη να υποθέσει κανείς ότι οι [παραγωγοί-επιχειρηματίες] μπορούν υποχρεωτικά να αποκαταστήσουν ισορροπία με τη μείωση του συνολικού κόστους παραγωγής, είτε με τον περιορισμό του παραγόμενου προϊόντος ή με την μείωση των μισθών… Διότι η μείωση των εξόδων τους, μειώνοντας την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων τους, οι οποίοι είναι επίσης οι πελάτες τους, ελαττώνει τα εισπραχθέντα έσοδα κατά ένα σχεδόν ίσο ποσό.» 2

Γιατί επομένως υπολείπεται το συνολικό κόστος της παραγωγής των συνολικών εσόδων από την πώληση των προϊόντων; Για να απαντήσει κανείς σε αυτό, θα ήταν διδακτικό να περιγραφούν εν συντομία οι εξηγήσεις του Keynes όπως εμφανίζονται στην «Πραγματεία για το χρήμα (Treatise of Money)», η οποία προηγείται του αριστουργήματός του Η Γενική Θεωρία.

Ο Keynes ξεκινά με την προϋπόθεση ότι το συνολικό κόστος παραγωγής – που είναι επίσης οι συνολικές αποδοχές του πληθυσμού - διαιρείται σε κάποια αναλογία μεταξύ του κόστους παραγωγής καταναλωτικών αγαθών και του κόστους παραγωγής κεφαλαιουχικών αγαθών (μέσα παραγωγής). Τα εισοδήματα της κοινωνίας (οι συνολικές αποδοχές) διαιρούνται επίσης σε κάποια αναλογία μεταξύ των δαπανών για καταναλωτικά αγαθά και τις καταθέσεις. Συνολικά, εάν η αναλογία του κόστους παραγωγής καταναλωτικών αγαθών είναι μεγαλύτερη από την αναλογία που χρησιμοποιείται από την κοινωνία για να αγοράσει καταναλωτικά αγαθά, τότε οι παραγωγοί-επιχειρηματίες των αγαθών κατανάλωσης θα λάβουν λιγότερες εισπράξεις από την πώληση των αγαθών σε σχέση με τις δαπάνες παραγωγής τους. Ως εκ τούτου υφίστανται οικονομική ζημιά.

Εντούτοις, τα κέρδη των παραγωγών-επιχειρηματιών των αγαθών κατανάλωσης θα αποκατασταθούν μόνο εάν αυξηθεί το ποσοστό εισοδήματος που η κοινωνία δαπανά για αγαθά κατανάλωσης (δηλ. ο κόσμος αποταμιεύει λιγότερο) ή εάν ένα μεγαλύτερο ποσοστό της παραγωγής αφιερώνεται σε κεφαλαιουχικά αγαθά (δεδομένου ότι αυτό μειώνει το ποσοστό της παραγωγής που αφιερώνεται με τα αγαθά κατανάλωσης). Ωστόσο, τα κεφαλαιουχικά αγαθά δεν μπορούν να παραχθούν σε ένα μεγαλύτερο ποσοστό εκτός εάν οι παραγωγοί-επιχειρηματίες αυτών προβλέψουν ότι κάτι τέτοιο πρόκειται να τους αποφέρει ικανοποιητικό κέρδος. Επομένως, το ζήτημα βρίσκεται στο να προσδιοριστούν οι καθοριστικοί παράγοντες της κερδοφορίας για τους παραγωγούς-επιχειρηματίες των κεφαλαιουχικών αγαθών. Σαφώς, η κερδοφορία τους εξαρτάται από το εάν η κοινωνία προτιμά να κρατήσει τις καταθέσεις τους ως ρευστό ή να τις χρησιμοποιήσει για να αγοράσει κεφαλαιουχικά αγαθά. Εάν η κοινωνία δεν αγοράσει κεφαλαιουχικά αγαθά, τότε οι παραγωγοί-επιχειρηματίες των κεφαλαιουχικών αγαθών πρόκειται να εμφανίσουν ζημίες. Ως εκ τούτου θα παραχθούν λιγότερα κεφαλαιουχικά αγαθά. Εάν είναι έτσι, τότε οι παραγωγοί-επιχειρηματίες των καταναλωτικών αγαθών θα εμφανίσουν ζημίες. Στο τέλος, όλοι οι παραγωγοί-επιχειρηματίες θα εμφανίσουν ζημίες. Αυτό θα προκαλέσει την άνοδο της ανεργίας και ένας φαύλος κύκλος θα αρχίσει. Αυτή η απλοποιημένη διεργασία της παραγωγής – δαπανών τονίζει τη μεταβλητή-κλειδί στην ανάλυση του Keynes που είναι η επένδυση σε νέα μέσα παραγωγής. Η θεμελιώδης αιτία της ύφεσης ή της κρίσης είναι το ανεπαρκές προϊόν από επενδύσεις σε μέσα παραγωγής.

Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, γιατί υπάρχει σήμερα μια ανεπάρκεια προϊόντων από επενδύσεις σε μέσα παραγωγής;

Κατά την άποψή μου αυτό οφείλεται σε έναν συνδυασμό περιστάσεων. Κατ' αρχάς, η πτώση στα εισοδήματα και στις τιμές υπήρξε καταστροφική για εκείνους που έχουν δανειστεί και οποιοσδήποτε έχει αναβάλει πρωτοβουλίες για νέες επενδύσεις κεφαλαίου ή άλλες επιχειρηματικές- δραστηριότητες έχει κερδίσει από αυτήν την αναβολή. Δεύτερον, η έλλειψη επαρκούς ζήτησης που δημιουργήθηκε από την πολιτική λιτότητας επιδείνωσε την απροθυμία των επιχειρηματιών που παράγουν μέσα παραγωγής να δανειστούν. Τρίτον, τόσο η πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για φθηνό χρήμα (ποσοτική χαλάρωση) όσο και η μετατόπιση του πλούτου από τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα στα υψηλά, έχουν μεταστρέψει τις προτιμήσεις των δανειστών προς την κερδοσκοπική χρήση των κεφαλαίων τους και τους ενθαρρύνουν να συμμετέχουν στην κερδοσκοπία των χρηματιστηρίων. Τέταρτον, λόγω της απροθυμίας των δανειοληπτών να δανειστούν, αντί να χρηματοδοτήσουν νέες επενδύσεις, οι καταθέσεις των δανειστών δαπανώνται είτε για να χρηματοδοτήσουν επιχειρηματικές ζημίες και οφειλέτες που αδυνατούν να  πληρώσουν τα χρέη τους, είτε για να χρηματοδοτήσουν μεθόδους εξοικονόμησης εργασίας, οι οποίες υπό κανονικές συνθήκες θα θεωρούνταν μη βιώσιμες. Αυτό επιδείνωσε την ανεργία.


1 Keynes J .M. (1923) Alternative Aims to Monetary Policy, in Essays in Persuasion (1963), Norton, NY.

2 Keynes J. M (1930) The Great Slump of 1930